Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Arbeiter

Definitionen und Übersetzungen für Arbeiter im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Arbeiter στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Arbeiter

εργάτης, εργαζόμενος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Arbeiter

ergátis, ergazómenos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Arbeiterin

εργάτρια, εργαζόμενη ...

Bauarbeiter

οικοδόμος ...

Bergarbeiter

μεταλλωρύχος ...

Bergarbeiterin

μεταλλωρύχος ...

Facharbeiter

εξειδικευμένος εργάτης ...

Facharbeiterin

εξειδικευμένη εργάτρια ...

Heimarbeiter

εργαζόμενος κατ' οίκον ...

Heimarbeiterin

εργαζόμενη κατ' οίκον ...

Mitarbeiter

συνεργάτης ...

Mitarbeiterin

συνεργάτης ...

Sachbearbeiter

χειριστής (ζητήματος, υπόθεσης, ...

Sachbearbeiterin

χειρίστρια της υπόθεσης, ...

Schwarzarbeiter

εργαζόμενος χωρίς άδεια ...

Schwarzarbeiterin

εργαζόμενη χωρίς άδεια ...

Sozialarbeiter

κοινωνικός λειτουργός ...

Sozialarbeiterin

κοινωνική λειτουργός ...

εισηγητής

Berichterstatter, Referent, Sachbearbeiter ...

εισηγήτρια

Berichterstatterin, Referentin, Sachbearbeiterin ...

εξειδικευμένη εργάτρια

Facharbeiterin ...

εξειδικευμένος εργάτης

Facharbeiter ...

εργαζόμενη

Arbeiterin, Arbeitnehmerin ...

εργαζόμενη κατ' οίκον

Heimarbeiterin ...

εργαζόμενη χωρίς άδεια εργασίας

Schwarzarbeiterin ...

εργαζόμενος

Arbeiter, Arbeitnehmer ...

εργαζόμενος κατ' οίκον

Heimarbeiter ...

εργαζόμενος χωρίς άδεια εργασίας

Schwarzarbeiter ...

εργάτης

Arbeiter ...

εργάτρια

Arbeiterin ...

κοινωνική λειτουργός

Fürsorgerin, Sozialarbeiterin ...

κοινωνικός λειτουργός

Fürsorger, Sozialarbeiter ...

μεταλλωρύχος

Bergarbeiter, Bergarbeiterin, Knappe, ...

οικοδόμος

Bauarbeiter ...

συνεργάτης

Mitarbeiterin ...

χειριστής της υπόθεσης

Sachbearbeiter ...

χειρίστρια της υπόθεσης

Sachbearbeiterin ...
Zurück / Πίσω