Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Auge

Definitionen und Übersetzungen für Auge im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Auge στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Auge

μάτι
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Auge

máti
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

aufsaugen

απορροφώ ...

Augenblick

στιγμή ...

Augenbraue

φρύδι ...

Augenlid

βλέφαρο ...

Augenschein

αυτοψία ...

Augenzeuge

αυτόπτης μάρτυρας ...

Augenzeugin

αυτόπτης μάρτυρας ...

Baugebiet

τόπος οικοδόμησης ...

Baugenehmigung

άδεια οικοδομής ...

Baugesetz

οικοδομικός νόμος ...

Baugesetzbuch

πολεοδομικός κώδικας ...

Baugestaltungsrecht

διαπλαστικό δικαίωμα οικοδομής ...

Baugewerbe

οικοδομικές επιχειρήσεις ...

Bundesbaugesetz

ομοσπονδιακός πολεοδομικός νόμος ...

Knospe

μάτι (Auge), οφθαλμός ...

Otter

ενυδρίδα (Säugetier), οχιά ...

Säugetier

θηλαστικό ...

Seifenlauge

σαπουνάδα ...

Staubsauger

ηλεκτριτή σκούπα ...

taugen

αξίζω, είμαι κατάλληλος ...

αδεια οικοδομής

Baugenehmigung ...

αξίζω

taugen ...

αυτόπτης μάρτυρας

Augenzeuge, Augenzeugin ...

αυτοψία

Augenschein, Autopsie ...

βλέφαρο

Augenlid ...

διαπλαστικό δικαίωμα οικοδομής

Baugestaltungsrecht ...

είμαι κατάλληλος

geeignet sein, taugen ...

ενυδρίδα

Otter (Säugetier) ...

ηλεκτριτή σκούπα

Staubsauger ...

θηλαστικά

Säugetiere ...

μάτι

Auge ...

ματογυάλια

Augenbrille, Brille ...

οικοδομικές επιχειρήσεις

Baugewerbe ...

οικοδομική άδεια

Bauschein, Baugenehmigung ...

οικοδομικός Κώδικας

Baugesetzbuch ...

οικοδομικός νόμος

Baugesetz ...

ομοσπονδιακός πολεοδομικός νόμος

Bundesbaugesetz ...

οφθαλμός

Auge, Aufapfel, Knospe ...

πολεοδομικός κώδικας

Baugesetzbuch ...

σαπουνάδα

Seifenlauge, Seifenschaum ...

σκούπα

Besen, Staubsauger ...

στιγμή

Augenblick, Moment ...

τόπος οικοδόμησης

Baugebiet ...

φρύδι

Augenbraue ...
Zurück / Πίσω