Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft
Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία
Definitionen und Übersetzungen für Bahn im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.
Ορισμοί και μεταφράσεις για Bahn στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.
| Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: | Übersetzung / Μετάφραση: |
Bahn |
σιδηρόδρομος |
| Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα | |
Bahn |
sidiródromos |
| Erläuterungen / Σημειώσεις: | |
| Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις | |
| Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης | |
Autobahn |
αυτοκινητόδρομος ... |
Bahnfrachtgeschäft |
εργασίες σλδηροδρομικών μεταφορών ... |
Bahnpolizei |
αστυνομία σιδηροδρόμων ... |
Bahnverkehr |
σιδηροδρομικές συγκοινωνίες ... |
Bundesautobahn |
ομοσπονδιακός αυτοκινητόδρομος ... |
Bundesbahn |
ομοσπονδιακός σιδηρόδρομος ... |
Einbahn |
μονή κατεύθυνση ... |
Einbahnstraße |
μονόδρομος ... |
Eisenbahn |
σιδηρόδρομος ... |
Fahrbahn |
οδόστρωμα ... |
Fahrbahnmitte |
άξωνας οδού ... |
Laufbahn |
σταδιοδρομία ... |
Straßenbahn |
τραμ ... |
U-Bahn |
μετρό ... |
Zug |
τρένο (Eisenbahnzug), ρεύμα ... |
αμαξοστοιχία |
Eisenbahnzug, Zug ... |
άξωνας οδού |
Fahrbahnmitte ... |
αστυνομία σιδηροδρόμων |
Bahnpolizei ... |
αυτοκινητόδρομος |
Autobahn, Fernstraße ... |
δρόμος μονής κατεύθυνσης |
Einbahnstraße ... |
εργασίες σλδηροδρομικών μεταφορών |
Bahnfrachtgeschaft ... |
μονή κατεύθυνση |
Einbahn ... |
μονόδρομος |
Einbahnstraße ... |
οδόστρωμα |
Fahrbahn, Fahrbahnbelag ... |
ομοσπονδιακός αυτοκινητόδρομος |
Bundesautobahn, Bundesfernstraße ... |
ομοσπονδιακός σιδηρόδρομος |
Bundesbahn ... |
σιδηροδρομικές συγκοινωνίες |
Bahnverkehr ... |
σιδηρόδρομος |
Bahn ... |
σταδιοδρομία |
Laufbahn ... |
τραμ |
Straßenbahn ... |