Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Beamter

Definitionen und Übersetzungen für Beamter im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Beamter στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Beamter

δημόσιος υπάλληλος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Beamter

dimósios ypállilos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Berufsbeamter

επαγγελματίας υπάλληλος ...

Bundesbeamter

ομοσπονδιακός υπάλληλος ...

Ehrenbeamter

επίτιμος δημόσιος υπάλληλος ...

Ermittlungsbeamter

υπάλληλος προκαταρκτικής εξέτασης ...

Finanzbeamter

οικονομικός υπάλληλος ...

Gemeindebeamter

δημοτικός υπάλληλος, κοινοτικός ...

Hilfsbeamter

βοηθητικός υπάλληλος ...

Justizbeamter

δικαστικός λειτουργός ...

Kommunalbeamter

δημοτικός υπάλληλος ...

Ordnungsbeamter

όργανο ασφαλείας (z.B. ...

Standesbeamter

ληξίαρχος ...

Strafvollzugsbeamter

σωφρονιστικός υπάλληλος ...

Urkundsbeamter

γραμματέας ...

Verwaltungsbeamter

δημόσιος υπάλληλος ...

Vollstreckungsbeamter

υπάλληλος της εκτέλεσης ...

Vollzugsbeamter

σωφρονιστικός υπάλληλος ...

Wahlbeamter

αιρετός υπάλληλος ...

αγορανόμος

Marktaufseher, Bediensteter oder ...

αιρετός υπάλληλος

Wahlbeamter ...

βοηθητικός υπάλληλος

Hilfsbeamter, Hilfsbeamtin ...

δημόσιος υπάλληλος

Amtmann, Beamter ...

δημοτικός υπάλληλος

Gemeindebeamter ...

επαγγελματίας υπάλληλος

Berufsbeamter, Berufsbeamtin ...

επίτιμος δημόσιος υπάλληλος

Ehrenbeamter ...

κοινοτικός υπάλληλος

Gemeindebeamter ...

ληξίαρχος

Standesbeamter, Standesbeamtin ...

οικονομικός υπάλληλος

Finanzbeamter ...

ομοσπονδιακός υπάλληλος

Bundesbeamter ...

σωφρονιστικός υπάλληλος

Strafvollzugsbeamter, Vollzugsbeamter ...

υπάλληλος προκαταρκτικής εξέτασης

Ermittlungsbeamter, Ermittlungsbeamtin ...

υπάλληλος της εκτέλεσης

Vollstreckungsbeamter, Vollstreckungsbeamtin ...
Zurück / Πίσω