Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Bedingung

Definitionen und Übersetzungen für Bedingung im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Bedingung στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Bedingung

αίρεση, όρος, συνθήκη (Umstand)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Bedingung

äresi, óros, synthíki (Umstand)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
unverständliche Bedingung: ακατάληπτη αίρεση
an Bedingungen geknüpft: εξαρτημένος από όρους
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

allgemeine Geschäftsbedingung

γενικός όρος συναλλαγών ...

Allgemeine Geschäftsbedingungen

Γενικοί Όροι Συναλλαγών ...

auflösende Bedingung

διαλυτική αίρεση ...

aufschiebende Bedingung

αναβλητική αίρεση ...

bedingungsfeindlich

ανεπίδεκτος αίρεσης ...

Bedingungsfeindlichkeit

ανεπίδεκτο αίρεσης ...

Darlehnsbedingungen

όροι δανείου ...

Einkaufsbedingungen

συνθήκες αγοράς, όροι ...

Garantiebedingungen

όροι εγγύησης ...

Geschäftfsbedingungen

όροι συναλλαγών ...

Geschäftsbedingung

όρος συναλλαγής ...

Kreditbedingungen

όροι δανειοδότησης ...

Lieferbedingungen

όροι παράδοσης ...

objektive Bedingung der Strafbarkeit

αντικειμενικός όρος του ...

Rahmenbedingungen

κανονιστικό πλαίσιο ...

Resolutivbedingung

διαλυτική αίρεση ...

Suspensivbedingung

αναβλητική αίρεση ...

Übergabebedingungen

όροι παράδοσης ...

Versicherungsbedingung

ασφαλιστικός όρος ...

Versicherungsbedingungen

ασφαλιστική όροι ...

Vorbedingung

προϋπόθεση ...

αίρεση

Bedingung, Häresie, Ketzerei, ...

αναβλητική αίρεση

aufschiebende Bedingung, Suspensivbedingung ...

ανεπίδεκτο αίρεσης

Bedingungsfeindlichkeit ...

ανεπίδεκτος αίρεσης

bedingungsfeindlich ...

ανεπίτρεπτος όρος

condicio sine qua ...

αντικειμενικός όρος του αξιοποίνου

objektive Bedingung der ...

ασφαλιστική όροι

Versicherungsbedingungen ...

ασφαλιστικός όρος

Versicherungsbedingung ...

γενικός όρος συναλλαγών

allgemeine Geschäftsbedingung ...

διαλυτική αίρεση

auflösende Bedingung ...

κανονιστικό πλαίσιο

Rahmenbedingungen ...

όροι αγοράς

Einkaufsbedingungen, Kaufbedingungen, Marktbedingungen ...

όροι δανείου

Darlehnsbedingungen ...

όροι εγγύησης

Garantiebedingungen ...

όροι παράδοσης

Lieferbedingungen ...

όροι συναλλαγών

Geschäftfsbedingungen ...

όρος συναλλαγής

Geschäftsbedingung ...

όρος χωρίς τον οποίο δεν

condicio sine qua ...

προϋπόθεση

Erfordernis, Kondition, Präsumption, ...

συνθήκες αγοράς

Einkaufsbedingungen, Marktumstände, Marktverhältnisse ...
Zurück / Πίσω