Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Befugnis

Definitionen und Übersetzungen für Befugnis im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Befugnis στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Befugnis

αρμοδιότητα, εξουσία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Befugnis

armodiótita, exusía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abänderungsbefugnis

τροποποιητική εξουσία ...

Ausfüllungsbefugnis

αρμοδιότητα συμπλήρωσης ...

Entscheidungsbefugnis

εξουσία κρίσης, εξουσία ...

Ersetzungsbefugnis

διαζευκτική ευχέρεια ...

Geschäftfsführungsbefugnis

δικαίωμα διεύθυνσης εργασιών ...

Gesetzgebungsbefugnis

νομοθετική αρμοδιότητα ...

Klagebefugnis

δικαίωμα άσκησης αγωγής ...

Lehrbefugnis

εξουσιοδότηση διδασκαλίας ...

Prozessführungsbefugnis

νομιμοποίηση ως προϋπόθεση ...

Regelungsbefugnis

ρυθμιστική εξουσία ...

Sachbefugnis

ενεργητική ή παθητική ...

Überschreitung der satzungsmäßigen Befugnisse

υπέρβαση των καταστατικών ...

Verfügungsbefugnis

εξουσία διάθεσης ...

αρμοδιότητα συμπλήρωσης

Ausfüllungsbefugnis ...

διαζευκτική ευχέρεια

Ersetzungsbefugnis, facultas alternativa, ...

δικαίωμα άσκησης αγωγής

Klagebefugnis ...

δικαίωμα διεύθυνσης εργασιών

Geschäftfsführungsbefugnis ...

ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση

Sachbefugnis ...

εξουσία

Macht, Gewalt, Befugnis ...

εξουσία διάθεσης

Verfügungsbefugnis ...

εξουσιοδότηση διδασκαλίας

Lehrbefugnis ...

νομιμοποίηση ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της αγωγής

Prozessführungsbefugnis ...

ρυθμιστική εξουσία

Regelungsbefugnis ...

τροποποιητική εξουσία

Abänderungsbefugnis ...

υπέρβαση των καταστατικών αρμοδιοτήτων

Überschreitung der satzungsmäßigen ...
Zurück / Πίσω