Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Beitritt

Definitionen und Übersetzungen für Beitritt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Beitritt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Beitritt

προσχώρηση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Beitritt

proschórisi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Arbeitsvertrag mit Gewerkschaftsbeitrittsverbot

σύμβαση εργασίας με ...

Schuldbeitritt

σωρευτική αναδοχή χρέους ...

Zuordnung

ένταξη (Beitritt, Einordnung), ...

παρέμβαση

Prozessbeitritt ...

προσχώρηση

Adhäsion, Beitritt ...

σύμβαση εργασίας με την απαγόρευση εισόδου σε συνδικαλιστική οργάνωση

Arbeitsvertrag mit Gewerkschaftsbeitrittsverbot ...

σωρευτική αναδοχή χρέους

kumulative Schuldübernahme, Schuldbeitritt, ...
Zurück / Πίσω