Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Bereich

Definitionen und Übersetzungen für Bereich im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Bereich στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Bereich

τομέας, περιοχή
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Bereich

toméas, periochí
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Außenbereich

εξωτερική περιοχή ...

bereichern

πλουτίζω ...

Bereicherung

πλουτισμός ...

Bereicherungsabsicht

σκοπός για απόκτηση ...

Bereicherungsanspruch

αξίωση πλουτισμού ...

Buchhaltung

τήρηση λογιστικών βιβλίων ...

Fachbereich

τμήμα πανεπιστημιακής σχολής ...

Gefahrenbereich

περιοχή κινδύνου ...

Geltungsbereich

πεδίο ισχύος, δικαιοδοσία ...

Innenbereich

εσωτερική περιοχή ...

Machtbereich

αρμοδιότητα ...

Schutzbereich

περιοχή προστασίας ...

ungerechtfertigte Bereicherung

αδικαιολόγητος πλουτισμός ...

Wegfall der Bereicherung

ανατροπή του πλουτισμού ...

Wirkungsbereich

τομέας δράσης ...

αδικαιολόγητος πλουτισμός

ungerechtfertigte Bereicherung ...

ανατροπή του πλουτισμού

Wegfall der Bereicherung ...

αξίωση πλουτισμού

Bereicherungsanspruch ...

αρμοδιότητα

Machtbereich ...

εξωτερική περιοχή

Außenbereich ...

εσωτερική περιοχή

Innenbereich ...

πεδίο ισχύος

Geltungsbereich ...

περιοχή

Bann, Bereich, Gebiet, ...

περιοχή κινδύνου

Gefahrenbereich ...

περιοχή προστασίας

Schutzbereich ...

πλουτίζω

sich bereichern, reich ...

πλουτισμός

Bereicherung ...

σκοπός για απόκτηση πλούτου

Bereicherungsabsicht ...

τμήμα πανεπιστημιακής σχολής

Fachbereich ...

τομέας δράσης

Wirkungsbereich ...
Zurück / Πίσω