Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Beschränkung

Definitionen und Übersetzungen für Beschränkung im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Beschränkung στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Beschränkung

περιορισμός
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Beschränkung

periorismós
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Eigentumsbeschränkungen

περιορισμοί της κυριότητας ...

Geschwindigkeitsbeschränkung

όριο ταχύτητας ...

Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen

νόμος περί απαγόρευσης ...

Haftpflichtbeschränkung

περιορισμός αστικής ευθύνης ...

Haftungsbeschränkung

περιορισμός (της) ευθύνης ...

Handelsbeschränkungen

εμπορική περιορισμοί ...

Importbeschränkung

περιορισμός των εισαγωγών ...

Wettbewerbsbeschränkung

περιορισμός του ανταγωνισμού ...

εμπορική περιορισμοί

Handelsbeschränkungen ...

νόμος περί απαγόρευσης των περιορισμών του ανταγωνισμού

Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen ...

περιορισμοί της κυριότητας

Eigentumsbeschränkungen ...

περιορισμός

Arrest, Begrenzung, Beschränkung, ...

περιορισμός ανταγωνισμού

Wettbewerbsbeschrankung ...

περιορισμός αστικής ευθύνης

Haftpflichtbeschränkung ...

περιορισμός ευθύνης

Haftungsbeschränkung ...

περιορισμός του ανταγωνισμού

Wettbewerbsbeschränkung ...

περιορισμός των εισαγωγών

Importbeschränkung ...
Zurück / Πίσω