Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Besitz

Definitionen und Übersetzungen für Besitz im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Besitz στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Besitz

νομή, κατοχή
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Besitz

nomí, katochí
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Asset

(= Vermoegenswert, Aktivposten, ...

Besitzdiener

βοηθός νομής ...

Besitzdienerin

βοηθός νομής ...

Besitzeinweisung

εγκατάσταση στη νομή ...

besitzen

νέμομαι, κατέχω ...

Besitzentziehung

αποβολή από τη ...

Besitzer

νομέας, κάτοχος ...

Besitzergreifung

απόκτηση της νομής ...

Besitzerin

νομέας, κάτοχος ...

Besitzkehr

αναστροφή νομής ...

Besitzkonstitut

αντιφώνηση νομής ...

Besitzmittelungsverhältnis

αντιφώνηση νομής ...

Besitznahme

απόκτηση νομής ...

Besitzrecht

δικαίωμα νομής ...

besitzrechtlich

έννομος για νομή ...

Besitzschutz

προστασία νομής ...

Besitzstand

κατάσταση νομής ...

Besitzsteuer

φόρος ιδιοκτησίας ...

Besitzsteuern

φόροι ακίνητης περιουσίας ...

Besitzstörung

διατάραξη νομής ...

Besitztum

νομή, κατοχή, ιδιοκτησία ...

Besitzwechsel

γραμμάτια εισπρακτέα ...

Besitzwehr

υπεράσπιση νομής, υπεράσπιση ...

Deliktsbesitzer

νομέας εγκλήματος ...

Deliktsbesitzerin

νομέας εγκλήματος ...

Eigenbesitz

ιδιοκτησία, ατομική κατοχή ...

Eigenbesitzer

αποκλειστικός κάτοχος ...

Eigenbesitzerin

αποκλειστική κάτοχος ...

Eigentümer-Besitzer-Verhältnis

σχέση κυρίου - ...

Erbschaftsbesitzer

νομέας της κληρονομίας ...

Erbschaftsbesitzerin

νομέας της κληρονομίας ...

Fideikommissbesitz

νομή κληρονομικού καταπιστεύματος ...

fiktiver Besitz

τεκμαρτή ιδιοκτησία ...

Fremdbesitz

κατοχή χωρίς διάνοια ...

Fremdbesitzer

κάτοχος χωρίς διάνοια ...

Fremdbesitzerexzess

υπέρβαση κατόχου χωρίς ...

Fremdbesitzerin

κάτοχος χωρίς διάνοια ...

Gebäudebesitzer

νομέας κτίσματος ...

Grundbesitz

ακίνητη περιουσία ...

Grundbesitzer

ιδιοκτήτης ακινήτου ...

Grundbesitzerin

ιδιοκτήτρια ακινήτου ...

Halten

Substantiv: κατοχή (Besitz), ...

Inbesitznahme

απόκτηση νομής ...

Mitbesitz

συννομή ...

Mitbesitzer

συννομέας ...

Mitbesitzerin

συννομέας ...

mittelbare Besitzerin

παράγωγη νομέας, νομέας ...

mittelbarer Besitz

παράγωγη νομή ...

mittelbarer Besitzer

παράγωγος νομέας, νομέας ...

Rechtsbesitz

νομή δικαιώματος ...

steuerbefreiter Grundbesitz

φορολογική απαλλαγή ακίνητης ...

Steuern vom Grundbesitz

φόροι ακίνητης περιουσίας ...

Teilbesitz

νομή μέρους πράγματος ...

Titel

τίτλος (Besitztitel, auch ...

treuhänderische Besitzerin

καταπιστευτική νομέας ...

treuhänderischer Besitzer

καταπιστευτικός νομέας ...

unmittelbarer Besitz

πρωτότυπη νομή ...

Waffenbesitz

κατοχή όπλου ...

Wiedereinräumung (des Besitzes)

απόδοση ...

ακίνητη περιουσία

Grundbesitz, Liegenschaft ...

αναστροφή νομής

Besitzkehr ...

αντιποίηση

Anmaßung der öffentlichen ...

αντιφώνηση νομής

Besitzkonstitut, Besitzmittelungsverhältnis ...

αποβολή από τη νομή

Besitzentziehung ...

αποκλειστική κάτοχος

Eigenbesitzerin ...

αποκλειστικός κάτοχος

Eigenbesitzer ...

απόκτηση νομής

Besitznahme, Inbesitznahme ...

απόκτηση της νομής

Besitzergreifung ...

ατομική κατοχή

Eigenbesitz ...

βοηθός νομής

Besitzdienerin ...

γραμμάτια εισπρακτέα

Besitzwechsel ...

διατάραξη νομής

Besitzstörung ...

δικαίωμα νομής

Besitzrecht ...

εγκατάσταση στη νομή

Besitzeinweisung ...

έννομος για νομή

besitzrechtlich ...

ιδιοκτησίαι

Besitztum, Eigenbesitz, Eigentum ...

ιδιοκτήτης ακινήτου

Grundbesitzer, Grundeigentümer ...

ιδιοκτήτρια ακινήτου

Grundbesitzerin, Grundeigentümerin ...

καταπιστευτική νομέας

treuhänderische Besitzerin ...

καταπιστευτικός νομέας

treuhändischer Besitzer ...

κατάσταση νομής

Besitzstand ...

κατέχω

beherrschen, besitzen, innehaben ...

κατοχή

Beherrschung, Besitz, Besitztum, ...

κατοχή ονόματι άλλου

Fremdbesitz ...

κατοχή όπλου

Waffenbesitz ...

κατοχή χωρίς διάνοια κυρίου

Fremdbesitz ...

κάτοχος

Besitzerin, Halterin, Inhaberin, ...

κάτοχος χωρίς διάνοια κυρίου

Fremdbesitzerin ...

κέκτημαι

besitzen ...

κτήμα γαιοκτήμονα

Anwesen eines Grundbesitzers, ...

κυριότητα

Besitz, Eigentum ...

νέμομαι

(etwas) in Besitz ...

νεμόμενος διανοία κυρίου

Eigenbesitzer ...

νομέας

Besitzer, Eigentümer, Inhaber, ...

νομέας εγκλήματος

Deliktsbesitzerin ...

νομέας κτίσματος

Gebäudebesitzer ...

νομέας που ασκεί τη νομή για άλλον

mittelbarer Besitzer, mittelbare ...

νομέας που ασκεί τη νομή της κληρονομίας

Erbschaftsbesitzer, Erbschaftsbesitzerin ...

νομέας της κληρονομίας

Erbschaftsbesitzer, Erbschaftsbesitzerin ...

νομή

Besitz (im Sinn ...

νομή διανοία κυρίου

Eigenbesitz ...

νομή δικαιώματος

Rechtsbesitz ...

νομή κληρονομικού καταπιστεύματος

Fideikommissbesitz, Vermächtnisbesitz ...

νομή μέρους πράγματος

Teilbesitz einer Sache ...

ξεφεύγω από τη νομή του κυρίου

abhandenkommen, sich aus ...

παράγωγη νομέας

mittelbare Besitzerin ...

παράγωγη νομή

mittelbarer Besitz ...

παράγωγος νομέας

mittelbarer Besitzer ...

προστασία νομής

Besitzschutz ...

πρωτότυπη νομή

unmittelbarer Besitz ...

συννομέας

Mitbesitzerin ...

συννομή

Mitbesitz ...

σφετερισμός

Hinterziehung, Usurpation, widerrechtliche ...

σχέση κυρίου - νομέα

Eigentümer-Besitzer-Verhältnis ...

τεκμαρτή ιδιοκτησία

fiktiver Besitz ...

υπεράσπιση κατοχής

Besitzwehr ...

υπεράσπιση νομής

Besitzwehr ...

υπέρβαση κατόχου χωρίς διάνοια κυρίου

Fremdbesitzerexzess ...

φόροι ακίνητης περιουσίας

Besitzsteuern ...

φορολογική απαλλαγή ακίνητης περιουσίας

steuerbefreiter Grundbesitz ...

φόρος ιδιοκτησίας

Besitzsteuer ...
Zurück / Πίσω