Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Beteiligte

Definitionen und Übersetzungen für Beteiligte im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Beteiligte στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Beteiligte

συμμετέχουσα
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Beteiligte

symmetéchusa
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Beteiligter

συμμετέχων ...

Tatbeteiligter

συμμέτοχος ...

Unfallbeteiligte

εμπλεκόμενη στο ατύχημα ...

Unfallbeteiligter

εμπλεκόμενος στο ατύχημα ...

Verfahrensbeteiligte

συμμετέχουσα στη διαδικασία ...

Verfahrensbeteiligter

συμμετέχων στη διαδικασία ...

εμπλεκόμενη στο ατύχημα

Unfallbeteiligte ...

εμπλεκόμενος στο ατύχημα

Unfallbeteiligter ...

συμμετέχουσα

Beteiligte, Teilnehmerin ...

συμμετέχουσα στη διαδικασία

Verfahrensbeteiligte ...

συμμετέχων

Beteiligter, Teilnehmer ...

συμμετέχων στη διαδικασία

Verfahrensbeteiligter ...

συμμέτοχος

Tatbeteiligter ...
Zurück / Πίσω