Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Betrieb

Definitionen und Übersetzungen für Betrieb im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Betrieb στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Betrieb

εκμετάλλευση, επιχείρηση, λειτουργία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Betrieb

ekmetállevsi, epichírisi, liturgía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Amtsbetrieb

έρευνα εξ επαγγέλματος, ...

ausgeübter Gewerbebetrieb

ασκούμενη βιοτεχνική εγκατάσταση ...

Betriebsanlage

εγκατάσταση επιχείρησης ...

Betriebsausgabe

λειτουργικό έξοδο της ...

Betriebseinnahme

έσοδα της επιχείρησης ...

Betriebsergebnis

λειτουργικό αποτέλεσμα ...

Betriebsgefahr

κίνδυνος της εκμετάλλευσης ...

Betriebskosten

τρέχοντα έσοδα ...

Betriebskrankenkasse

ταμείο υγείας επιχείρησης ...

Betriebsmittel

κεφάλαιο (ή κεφάλαια) ...

betriebsnotwendiges Kapital

αναγκαίο κεφάλαιο λειτουργίας ...

Betriebsprüfer

φορολογικός ελεγκτής επιχείρησης ...

Betriebsprüfung

έλεγχος της επιχείρησης ...

Betriebsrat

συμβούλιο εργαζομένων ...

Betriebsrente

επικουρική σύνταξη ...

Betriebsrentengesetz

νόμος για την ...

Betriebsrisiko

κίνδυνος της εκμετάλλευσης ...

Betriebsrücklage

ταμειακό απόθεμα λειτουργικών ...

Betriebsschutz

προστασία της εκμετάλλευσης ...

Betriebsstätte

τόπος εγκατάστασης επιχείρησης ...

Betriebssteuer

φόρος επιτηδεύματος ...

Betriebsstörung

διακοπή των εργασιών ...

Betriebssystem

λειτουργικό σύστημα ...

Betriebsübergang

μεταβίβαση εκμετάλλευσης ...

Betriebsvereinbarung

συμφωνία μεταξύ εργοδότη ...

Betriebsverfassung

καταστατικό της εκμετάλλευσης ...

Betriebsverfassungsgesetz

καταστατικός νόμος επιχειρήσεων ...

Betriebsverhältnis

συνθήκη της εκμετάλλευσης ...

Betriebsvermögen

περιουσία της εκμετάλλευσης, ...

Betriebsversammlung

συνέλευση εργαζομένων ...

Betriebswirt

οικονομολόγος επιχειρήσεων; ...

Betriebswirtschaft

οικονομία των επιχειρήσεων ...

Betriebswirtschaftslehre

οικονομική (των) επιχειρήσεων ...

Bruttobetriebsvermögen

ακαθάριστες λειτουργικές επενδύσεις ...

BWA

Betriebswirtschaftliche Auswertung ...

Eigenbetrieb

ιδιόκτητη εκμετάλλευση ...

Fabrikbetrieb

εργοστάσιο, παραγωγική διαδικασία ...

Gemeindebetrieb

δημοτική επιχείρηση, κοινοτική ...

Geschäftsbetrieb

επιχειρηματική δραστηριότητα, εμπορικές ...

Gewerbebetrieb

άσκηση βιοτεχνικής δραστηριότητας, ...

Inbetriebnahme

έναρξη, θέση σε ...

Inbetriebsetzung

θέση σε λειτουργία ...

Industriebetrieb

βιομηχανική επιχείρηση ...

Konfektion

βιομηχανική παραγωγή έτοιμων ...

ordentliches Betriebsergebnis

λειτουργικό αποτέλεσμα ...

Parteibetrieb

αρχή της πρωτοβουλίας ...

Recht am eingerichteten und ausgeübten Gewerbebetrieb

δικαίωμα επί της ...

Regiebetrieb

κρατική εκμετάλλευση, κρατική ...

Teibetriebsergebnis

λειτουργικό αποτέλεσμα τμήματος ...

Tendenzbetrieb

χειραγωγούμενη οργάνωση ...

ακαθάριστες λειτουργικές επενδύσεις

Bruttobetriebsvermögen ...

αναγκαίο κεφάλαιο λειτουργίας

betriebsnotwendiges Kapital ...

αρχή της πρωτοβουλίας των διαδίκων

Parteibetrieb ...

άσκηση βιοτεχνικής δραστηριότητας

Gewerbebetrieb ...

ασκηση επιτηδεύματος

Gewerbebetrieb ...

ασκούμενη βιοτεχνική εγκατάσταση

ausgeübter Gewerbebetrieb ...

βιομηχανική επιχείρηση

Industriebetrieb ...

βιοτεχνικό κατάστημα

Gewerbebetrieb ...

δημοτική επιχείρηση

Gemeindebetrieb ...

διακοπή των εργασιών της εκμετάλλευσης

Betriebsstörung ...

δικαίωμα επί της εγκατεστημένης και λειτουργούσας επιχείρησης

Recht am eingerichteten ...

εγκατάσταση

Betriebsstätte, Einrichtung, Installation, ...

εγκατάσταση επιχείρησης

Betriebsanlage ...

εκμετάλλευση

Betrieb, Verwertung, Wirtschaft ...

έλεγχος της επιχείρησης

Betriebsprüfung ...

εμπορικές εργασίες

Geschäftsbetrieb ...

επικουρική σύνταξη

Betriebsrente ...

επιχειρηματική δραστηριότητα

Geschäftsbetrieb ...

επιχείρηση

Betrieb, Firma, Geschäft, ...

έρευνα εξ επαγγέλματος

Amtsbetrieb ...

έσοδα της επιχείρησης

Betriebseinnahme ...

θέση σε λειτουργία

Inbetriebsetzung ...

ιδιόκτητη εκμετάλλευση

Eigenbetrieb ...

καταστατικό της εκμετάλλευσης

Betriebsverfassung ...

καταστατικός νόμος επιχειρήσεων

Betriebsverfassungsgesetz ...

κέντρο εστίασης και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών

Schank, Schankbetrieb ...

κεφάλαιο κινήσεως

Betriebsmittel ...

κίνδυνος της εκμετάλλευσης

Betriebsgefahr, Betriebsrisiko ...

κοινοτική επιχείρηση

Gemeindebetrieb, Gemeinschaftsunternehmen ...

κρατική εκμετάλλευση

Regiebetrieb ...

κρατική επιχείρηση

Regiebetrieb ...

λειτουργία

Betrieb, Funktion ...

λειτουργικό αποτέλεσμα

Betriebsergebnis ...

λειτουργικό αποτέλεσμα τμήματος επιχείρησης

Teibetriebsergebnis ...

λειτουργικό έξοδο της επιχείρησης

Betriebsausgabe ...

λειτουργικό σύστημα

Betriebssystem ...

μεταβίβαση εκμετάλλευσης

Betriebsübereignung, Betriebsüberschreibung, Betriebsübertragung ...

νόμος για την επικουρική σύνταξη

Betriebsrentengesetz ...

οικονομία των επιχειρήσεων

Betriebswirtschaft ...

παραγωγική διαδικασία

Fabrikbetrieb, Fabrikationsverfahren ...

προστασία της εκμετάλλευσης

Betriebsschutz ...

συμβούλιο εργαζομένων

Betriebsrat ...

συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων

Betriebsvereinbarung ...

συνέλευση εργαζομένων

Betriebsversammlung ...

συνθήκη της εκμετάλλευσης

Betriebsverhältnis ...

ταμειακό απόθεμα λειτουργικών αναγκών

Betriebsrücklage ...

ταμείο υγείας επιχείρησης

Betriebskrankenkasse ...

τρέχοντα έσοδα

Betriebskosten ...

φορολογικός ελεγκτής επιχείρησης

Betriebsprüfer ...

χειραγωγούμενη οργάνωση

Tendenzbetrieb ...
Zurück / Πίσω