Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Betrug

Definitionen und Übersetzungen für Betrug im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Betrug στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Betrug

απάτη
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Betrug

apáti
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Anstellungsbetrug

διορισμός με δόλια ...

Auswanderungsbetrug

απατηλή διέγερση για ...

betrügen

απατώ ...

Betrüger

απατεώνας ...

Betrügerin

απατεώνισσα ...

betrügerisch

απατηλός ...

Computerbetrug

απάτη με υπολογιστή ...

Ehebetrug

απάτη σχετική με ...

Kapitalanlagebetrug

απάτη σχετική με ...

Kreditbetrug

πιστωτική απάτη ...

Prozessbetrug

απάτη επί δικαστηρίου ...

Steuerbetrug

φορολογική απάτη ...

Subventionsbetrug

απάτη σχετική με ...

Verdachtsmoment für betrügerisches Verhalten des Schuldners

ένδειξη για απατηλή ...

Versicherungsbetrug

απάτη σχετική με ...

απατεώνας

Betrüger ...

απατεώνισσα

Betrügerin ...

απάτη

Betrug, Kollusion ...

απάτη επί δικαστηρίου

Prozessbetrug ...

απάτη με υπολογιστή

Computerbetrug ...

απάτη σχετική με επένδυση κεφαλαίων

Kapitalanlagebetrug ...

απάτη σχετική με την ασφάλιση

Versicherungsbetrug ...

απάτη σχετική με τις επιδοτήσεις

Subventionsbetrug ...

απάτη σχετική με τον γάμο

Ehebetrug ...

απατηλή διέγερση για μετανάστευση

Auswanderungsbetrug ...

απατηλός

betrügerisch ...

απατώ

betrügen, kolludieren ...

αυταπάτη

Illusion, Selbstbetrug, Trugbild ...

διορισμός με δόλια μέσα

Anstellungsbetrug ...

ένδειξη για απατηλή συμπεριφορά του οφειλέτη

Verdachtsmoment für betrügerisches ...

μεγαλοαπατεώνας

Großbetrüger, Hochstapler ...

μεγαλοαπατεώνισσα

Großbetrügerin, Hochstaplerin ...

πιστωτική απάτη

Kreditbetrug ...

πρόσληψη με δόλια μέσα

Anstellungsbetrug ...

φορολογική απάτη

Steuerbetrug ...
Zurück / Πίσω