Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Bevollmächtigter

Definitionen und Übersetzungen für Bevollmächtigter im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Bevollmächtigter στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Bevollmächtigter

πληρεξούσιος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Bevollmächtigter

plirexúsios
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Empfangsbevollmächtigter

δικαιούχος παραλαβής ...

Generalbevollmächtigter

γενικός πληρεξούσιος ...

Handlungsbevollmächtigter

εξουσιοδοτημένος προς διενέργεια ...

Prozessbevollmächtigter

δικαστικός πληρεξούσιος ...

Steuerbevollmächtigter

φορολογικός πληρεξούσιος ...

Zustellungsbevollmächtigter

αντίκλητος ...

αντίκλητος

Anwalt vor Gericht, ...

δικαιούχος παραλαβής

Empfangsbevollmächtigter ...

δικαστικός πληρεξούσιος

Prozessbevollmächtigter ...

εξουσιοδοτημένος προς διενέργεια εμπορικών πράξεων

Handlungsbevollmächtigter ...

επίτροπος

Bevollmächtigter, Geschäftsführer, Vormund, ...

πληρεξούσιος

Bevollmächtigter, Bevollmächtigte, Mandatar, ...

φορολογικός πληρεξούσιος

Steuerbevollmächtigter ...
Zurück / Πίσω