Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Bewährung

Definitionen und Übersetzungen für Bewährung im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Bewährung στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Bewährung

αναστολή (Aussetzung einer Strafe)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Bewährung

anastolí (Aussetzung einer Strafe)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Gefängnisstrafe auf Bewährung: ποινή φυλάκισης με αναστολή
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Aufbewahrung

φύλαξη aufbrauchen αναλώνω ...

Bewährungsauflage

όρος αναστολής ...

Bewährungshelfer

επίτροπος αναστολής ...

Bewährungshelferin

επίτροπος αναστολής ...

Bewährungsstrafe

ποινή με αναστολή ...

αναστολή υπό όρο

Bewährung (unter Auflage) ...

επίτροπος αναστολής

Bewährungshelferin ...

όρος αναστολής

Bewährungsauflage ...

φύλαξη

Aufbewahrung, Bewachung, Gewahrsam, ...
Zurück / Πίσω