Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Beweis

Definitionen und Übersetzungen für Beweis im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Beweis στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Beweis

απόδειξη
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Beweis

apódixi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Beweis erheben: διεξάγω απόδειξη
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Anscheinsbeweis

εκ πρώτης όψεως ...

Ausforschungsbeweis

απόδειξη διερεύνησης ...

Ausforschungsbeweisantrag

αίτηση προς διεξαγωγή ...

Beweisantrag

αίτηση για διεξαγωγή ...

Beweisantritt

έναρξη αποδεικτικής διαδικασίας ...

Beweisaufnahme

διεξαγωγή απόδειξης ...

beweisen

αποδεικνύω ...

Beweiserhebung

διεξαγωγή απόδειξης ...

Beweiserhebungsverbot

απαγόρευση διεξαγωγής απόδειξης ...

Beweisführung

διεξαγωγή απόδειξης ...

Beweisgrund

λόγος απόδειξης ...

Beweisinterlokut

συνομιλία για τη ...

Beweiskraft

δύναμη απόδειξης ...

Beweislast

βάρος απόδειξης ...

Beweislastumkehr

αντιστροφή του βάρους ...

Beweismittel

μέσο απόδειξης ...

Beweisregel

κανόνας απόδειξης ...

Beweissicherung

συντηρητική απόδειξη ...

Beweissicherungsverfahren

διαδικασία συντηρητικής απόδειξης ...

Beweisstück

πειστήριο ...

Beweisthema

θέμα απόδειξης ...

Beweisverfahren

αποδεικτική διαδικασία ...

Beweisverwertungsverbot

απαγόρευση χρήσης αποδεικτικού ...

Beweiswürdigung

εκτίμηση απόδειξης ...

Entlastungsbeweis

ανταπόδειξη ...

Freibeweis

ελεύθερη απόδειξη ...

Gegenbeweis

ανταπόδειξη ...

Indizienbeweis

απόδειξη με τεκμήρια ...

prima-facie-Beweis

απόδειξη εκ πρώτης ...

Strengbeweis

αυστηρή απόδειξη ...

Überführung

Schuldbeweis: απόδειξη (της) ...

Urkundenbeweis

απόδειξη με έγγραφα ...

Wahrheitsbeweis

απόδειξη της αλήθειας ...

Zeugenbeweis

μαρτυρική απόδειξη ...

zulässiges Beweismittel

παραδεκτό, αποδεικτικό μέσο ...

αίτηση για διεξαγωγή απόδειξης

Beweisantrag ...

αίτηση προς διεξαγωγή αποδείξεων

Ausforschungsbeweisantrag, Beweisführungsantrag ...

ανταπόδειξη

Entlastungsbeweis, Gegenbeweis ...

αντιστροφή του βάρους απόδειξης

Beweislastumkehr ...

απαγόρευση διεξαγωγής απόδειξης

Beweiserhebungsverbot ...

απαγόρευση χρήσης αποδεικτικού μέσου

Beweisverwertungsverbot ...

αποδεικτική διαδικασία

Beweisverfahren ...

απόδειξη διερεύνησης

Ausforschungsbeweis ...

απόδειξη εκ πρώτης όψεως

prima-facie-Beweis ...

απόδειξη με έγγραφα

Urkundenbeweis ...

απόδειξη με τεκμήρια

Indizienbeweis ...

απόδειξη της αλήθειας

Wahrheitsbeweis ...

αυστηρή απόδειξη

Strengbeweis ...

βάρος απόδειξης

Beweislast ...

διεξαγωγή απόδειξης

Beweisaufnahme, Beweiserhebung, Beweisführung ...

δύναμη απόδειξης

Beweiskraft ...

εκ πρώτης όψεως απόδειξη

Anscheinsbeweis ...

εκτίμηση απόδειξης

Beweiswürdigung ...

ελεύθερη απόδειξη

Freibeweis ...

έναρξη αποδεικτικής διαδικασίας

Beweisantritt ...

θέμα απόδειξης

Beweisthema ...

κανόνας απόδειξης

Beweisregel ...

λόγος απόδειξης

Beweisgrund ...

μαρτυρική απόδειξη

Zeugenbeweis ...

μέσο απόδειξης

Beweismittel ...

όπερ έδει δείξαι

was zu beweisen ...

παραδεκτό αποδεικτικό μέσο

zulässiges Beweismittel ...

πειστήριο

Beweisstück ...

συνομιλία για τη λήψη απόφασης βασιζόμενης σε αποδείξεις

Beweisinterlokut ...

συντηρητική απόδειξη

Beweissicherung ...
Zurück / Πίσω