Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Erlass

Definitionen und Übersetzungen für Erlass im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Erlass στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Erlass

διάταγμα, απόφαση, έκδοση, θέσπιση, άφεση χρέους
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Erlass

diátagma, apófasi, ékdosi, théspisi, áfesi chréus
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abtretung

εκχώρηση (Abtretung), παραχώρηση ...

Arbeitnehmerüberlassung

δανεισμός μισθωτών ...

Auslandsniederlassung

υποκατάστημα στο εξωτερικό ...

echtes Unterlassungsdelikt

γνήσιο έγκλημα παράλειψης ...

erlassen

εκδίδω, θεσπίζω, απαλλάσσω ...

Gebrauchsüberlassung

παραχώρηση χρήσης ...

hinterlassen

καταλείπω (im Sinn ...

Maßgabe

αναλογία (Verhältnis), μέτρο ...

niederlassen

εγκαθίσταμαι ...

Niederlassung

εγκατάσταση ...

Niederlassungsfreiheit

ελευθερία εγκατάστασης, ελευθερία ...

Normerlass

θέσπιση κανόνα ...

Runderlass

πολυγραφημένη διαταγή ...

Steuererlass

απαλλαγή από τους ...

überlassen

παραχωρώ, παραδίδω ...

Überlassung

παραχώρηση, παράδοση ...

unechtes Unterlassungsdelikt

μη γνήσιο έγκλημα ...

Unterlassen

παράλειψη ...

unterlassene Abschreibung

υπολειπόμενη απόσβεση ...

unterlassene Hilfeleistung

παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας ...

Unterlassung

παράλειψη ...

Unterlassungsanspruch

αξίωση για παράλειψη ...

Unterlassungsdelikt

έγκλημα παράλειψης ...

Unterlassungsklage

αγωγή για παράλειψη ...

unzuverlässig

αναξιόπιστος ...

Unzuverlässigkeit

αναξιοπιστία ...

verlassen

εγκαταλείπω ...

Verlassenschaft

κληρονομία ...

zuverlässig

αξιόπιστος, έμπιστος ...

Zuverlässigkeit

αξιοπιστία, εμπιστοσύνη ...

Zweigniederlassung

υποκατάστημα ...

αγωγή για παράλειψη

Unterlassungsklage ...

αναξιοπιστία

Unzuverlässigkeit ...

αναξιόπιστος

unzuverlässig ...

αξιοπιστία

Glaubwürdigkeit, Zuverlässigkeit ...

αξιόπιστος

glaubwürdig, zuverlässig ...

αξίωση για παράλειψη

Unterlassungsanspruch ...

αξίωση παράλειψης

Unterlassungsanspruch ...

απαλλαγή από τους φόρους

Steuerbefreiung, Steuererlass ...

απαλλάσσω

erlassen, freistellen (befreien), ...

άφεση χρέους

Erlass ...

γνήσιο έγκλημα παράλειψης

echtes Unterlassungsdelikt ...

δανεισμός μισθωτών

Arbeitnehmerüberlassung ...

διάταγμα

Dekret, Edikt, Erlass ...

εγκαθίσταμαι

beziehen, niederlassen ...

εγκαταλείπω

abandonnieren, preisgeben, verlassen, ...

εγκατάσταση

Betriebsstätte, Einrichtung, Installation, ...

έγκλημα παράλειψης

Unterlassungsdelikt ...

εκδίδω

auflegen, ausliefern, ausstellen, ...

έκδοση

Auflage, Auslieferung, Ausstellung, ...

ελευθερία εγκατάστασης

Niederlassungsfreiheit ...

έμπιστος

zuverlässig ...

εμπιστοσύνη

Vertrauen, Zuverlässigkeit ...

θεσπίζω

erlassen (V.), verabschieden ...

θέσπιση

Einführung, Erlass, Verabschiedung ...

θέσπιση κανόνα

Normerlass ...

μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης

unechtes Unterlassungsdelikt ...

παραδίδω

abliefern, ausgeben, ausliefern, ...

παράδοση

Ablieferung, Ausgabe, Auslieferung, ...

παραλείπω

unterlassen ...

παράλειψη

Unterlassen, Unterlassung ...

παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας

unterlassene Hilfeleistung ...

παραχώρηση

Einräumung, Konzession, Überlassung ...

παραχώρηση χρήσης

Gebrauchsüberlassung ...

παραχωρώ

einräumen, überlassen (V.) ...

ΠΟΛ

Abkürzung für πολυγραφημένη ...

πολυγραφημένη διαταγή

vervielfältigte Anweisung, Runderlass, ...

υποκατάστημα

Filiale, Zweigniederlassung, Zweigstelle ...

υποκατάστημα στο εξωτερικό

Auslandsniederlassung ...

υπολειπόμενη απόσβεση

unterlassene Abschreibung ...

φορολογική απαλλαγή

Steuererlass ...
Zurück / Πίσω