Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft
Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία
Definitionen und Übersetzungen für Fach im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.
Ορισμοί και μεταφράσεις για Fach στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.
| Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: | Übersetzung / Μετάφραση: |
Fach |
ειδικότητα, επιστήμη, πεδίο δραστηριότητας, τμήμα, θυρίδα |
| Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα | |
Fach |
idikótita, epistími, pedío drastiriótitas, tmíma, thyrída |
| Erläuterungen / Σημειώσεις: | |
| Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις | |
| Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης | |
Buchhaltung |
τήρηση λογιστικών βιβλίων ... |
einfach |
μόνο ... |
Fachanwalt |
εξειδικευμένος δικηγόρος ... |
Fachanwältin |
εξειδικευμένη δικηγόρος ... |
Facharbeit |
εξειδικευμένη εργασία ... |
Facharbeiter |
εξειδικευμένος εργάτης ... |
Facharbeiterin |
εξειδικευμένη εργάτρια ... |
Facharzt |
ειδικός γιατρός ... |
Fachaufsicht |
εξειδικευμένη εποπτεία ... |
Fachausbildung |
ειδική εκπαίδευση ... |
Fachausschuss |
επιτροπή εμπειρογνωμόνων ... |
Fachberater |
τεχνικός σύμβουλος ... |
Fachbereich |
τμήμα πανεπιστημιακής σχολής ... |
Fachfrau |
ειδική ... |
Fachgebiet |
ειδικός τομέας ... |
Fachgeschäft |
εξειδικευμένο κατάστημα ... |
Fachhandel |
εξειδικευμένο εμπόριο ... |
Fachhochschule |
ανώτατη τεχνική σχολή ... |
fachkundig |
ειδικός ... |
Fachmann |
ειδικός ... |
Fachmesse |
ειδική εμπορική έκθεση ... |
Fachrichtung |
ειδίκευση ... |
Fachschaft |
εμπειρογνώμονες ... |
Fachsprache |
ορολογία ... |
Mahrfachstimmrecht |
δικαίωμα πολαπλής ψήφου ... |
Rechtsanwaltsfachangestellte |
εξειδικευμένη υπάλληλος δικηγόρου ... |
Rechtsanwaltsfachangestellter |
εξειδικευμένος υπάλληλος δικηγόρου ... |
vereinfachen |
απλοποιώ, απλουστεύω ... |
Vereinfachung |
απλοποίηση, απλούστευση ... |
ανώτατη τεχνική σχολή |
Fachhochschule ... |
απλοποίηση |
Vereinfachung ... |
απλοποιώ |
vereinfachen ... |
απλούστευση |
Vereinfachung ... |
απλουστεύω |
vereinfachen ... |
δικαίωμα πολαπλής ψήφου |
Mahrfachstimmrecht ... |
ειδίκευση |
Fachrichtung ... |
ειδική |
Fachfrau, Spezialistin ... |
ειδική εκπαίδευση |
Fachausbildung, Spezialausbildung ... |
ειδική εμπορική έκθεση |
Fachmesse ... |
ειδικός |
Fachmann ... |
ειδικός γιατρός |
Facharzt ... |
ειδικός τομέας |
Fachgebiet ... |
ειδικότητα |
Bestimmtheit, Fach, Spezialität ... |
εμπειρογνώμονες |
Fachschaft ... |
εξειδικευμένη δικηγόρος |
Fachanwältin ... |
εξειδικευμένη εποπτεία |
Fachaufsicht ... |
εξειδικευμένη εργασία |
Facharbeit ... |
εξειδικευμένη εργάτρια |
Facharbeiterin ... |
εξειδικευμένη υπάλληλος δικηγόρου |
Rechtsanwaltsfachangestellte ... |
εξειδικευμένο εμπόριο |
Fachhandel ... |
εξειδικευμένο κατάστημα |
Fachgeschäft ... |
εξειδικευμένος δικηγόρος |
Fachanwalt ... |
εξειδικευμένος εργάτης |
Facharbeiter ... |
εξειδικευμένος υπάλληλος δικηγόρου |
Rechtsanwaltsfachangestellter ... |
επιστήμη |
Fach, Wissenschaft ... |
επιτροπή εμπειρογνωμόνων |
Fachausschuss ... |
θυρίδα |
Fach, Schalter ... |
μόνο |
aber, einfach, einzig, ... |
ορολογία |
Fachsprache ... |
πεδίο δραστηριότητας |
Fach ... |
τεχνικός σύμβουλος |
Fachberater, technischer Berater ... |
τμήμα |
Abschnitt, Abteilung, Fach, ... |
τμήμα πανεπιστημιακής σχολής |
Fachbereich ... |