Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Gang

Definitionen und Übersetzungen für Gang im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Gang στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Gang

πορεία, φάση, εξέλιξη, κίνηση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Gang

poría, fási, exélixi, kínisi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Ausgang

έκροη (Geldfluss) ...

Ausweg

διέξοδος, έξοδος (Ausgang) ...

Bestechungsgeld

χρήμα για δωροδοκία, ...

Betriebsübergang

μεταβίβαση εκμετάλλευσης ...

Durchgang

διέλευση, διαμετακόμιση ...

Eingang

είσοδος (Tuer, Zugang), ...

Eingangsdatum

ημερομηνία παραλαβής ...

Eingangsmeldung

αναγγελία εισόδου, διασάφηση ...

Eingangszollstelle

τελωνειακή αρχή εισόδου ...

Einzelvollmacht

ειδκό πληρεξούσιο (= ...

entgangen

διαφυγών, διαλαθών ...

entgangener Gewinn

διαφυγόν κέρδος ...

Forderungsübergang

μεταβίβαση της απαίτησης, ...

Freigang

ελεύθερη διάβαση, δωρεάν ...

Fußgänger

πεζός ...

Fußgängerin

πεζή ...

Fußgängerzone

πεζόδρομος ...

gängig

συνήθης,κοινός ...

Gangschalter

μοχλός ταχυτήτων ...

Gefahrßbergang

μετάθεση του κινδύνου ...

Gefahrübergang

μετάθεση του κινδύνου ...

Gericht

1. δικαστήριο (Gerichtsbarkeit), ...

Lehrgang

κύκλος μαθημάτων ...

Pass

διαβατήριο (Reisepass), διάβαση ...

Rechtsgang

νομική πορεία ...

Rechtsübergang

μεταβίβαση δικαιώματος ...

Rechtsvorgänger

αρχικός δικαιούχος, δικαιοπάροχος ...

Rechtsvorgängerin

αρχική δικαιούχος, δικαιοπάροχος ...

schalten

ενεργοποιώ διακόπτη (Schalter ...

Sonnenaufgang

ανατολή ...

Sonnenuntergang

δύση ...

Spezialvollmacht

Ειδκό πληρεξούσιο (= ...

Übergang

μεταβίβαση, μετάβαση übergeben ...

Übergangsgesetz

μεταβατικός νόμος ...

Umgang

επικοινωνία, συναναστροφή ...

Umgangsrecht

δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας ...

vergangen

παρελθών, περασμένος ...

Vergangenheit

παρελθόν ...

vorangegangen

έχει προηγηθεί ...

vorangegangenes Tun

πράξη που έχει ...

Vorgang

συμβάν (Ereignis), περιστατικό ...

Vorgänger

προκάτοχος ...

Vorgängerin

προκάτοχος ...

Wachstumsrückgang

κάμψη ρης ανάπτυξης, ...

Zugang

πρόσβαση, περιέλευση ...

Zugangsrecht

δικαίωμα πρόσβασης ...

Zugangsvereitelung

ματαίωση της περιέλευσης ...

Zugangsverzögerung

καθυστέρηση της λήψης ...

αλλάζω ταχύτητα

schalten, Gang wechseln ...

αναγγελία εισόδου

Eingangsmeldung ...

αρχική δικαιούχος

Rechtsvorgängerin ...

αρχικός δικαιούχος

Rechtsvorgänger ...

αφιξη

Eingang ...

διαδικασία

Verfahren, Vorgang ...

διαλαθών

entgangen ...

διαμετακόμιση

Durchgang, Transit ...

διασάφηση εισόδου

Eingangsmeldung ...

διαφυγόν κέρδος

entgangener Gewinn ...

διαφυγών

entgangen ...

διέλευση

Durchgang ...

δικαιοπάροχος

Rechtsvorgänger, ursprünglicher Berechtigter ...

δικαίωμα πρόσβασης

Zugangsrecht ...

δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο

Umgangsrecht ...

δωρεάν διάβαση

Freigang, freier Durch ...

ειδικό πληρεξούσιο

Einzelvollmacht, Spezialvollmacht (= ...

είσοδος

Eingang, Eintritt ...

ελεύθερη διάβαση

freier Durchgang,Freigang ...

εξέλιξη

Entwicklung, Gang ...

έξοδος

Ausgang, Ausweg ...

επικοινωνία

Kommunikation, Umgang, Verkehr ...

έχει προηγηθεί

ist vorausgegangen, vorangegangen ...

ημερομηνία παραλαβής

Eingangsdatum ...

καθυστέρηση της λήψης

Zugangsverzögerung ...

κάμψη της ανάπτυξης

Wachstumsrückgang ...

κατάθεση

Aussage, Deponie, Einbringung, ...

κίνηση

Gang ...

λήψη

Abnahme, Bezug, Eingang, ...

ματαίωση της περιέλευσης

Zugangsvereitelung ...

μετάβαση

Übergang, Überleitung ...

μεταβατικός νόμος

Übergangsgesetz ...

μεταβίβαση

Begebung, Delegation, Devolution, ...

μετάθεση του κινδύνου

Gefahrßbergang ...

μοχλός ταχυτήτων

Gangschalter ...

νομική πορεία

Rechtsgang ...

παρελθόν

Vergangenheit ...

παρελθών

vergangen ...

πεζή

Fußgängerin ...

πεζόδρομος

Fußgängerweg, Fußgängerzone ...

πεζός

Fußgänger ...

περασμένος

vergangen ...

περιέλευση

Anfall, Zugang ...

πορεία

Gang, Lauf ...

πράξη που έχει προηγηθεί

vorangegangenes Tun ...

προκάτοχος

Vorgängerin ...

πρόσβαση

Zugang ...

συναναστροφή

Umgang ...

συνήθης,κοινός

gängig ...

τελωνειακή αρχή εισόδου

Eingangszollstelle ...

ύφεση

Abschwung, Rezession, ...

φάση

Gang, Phase ...
Zurück / Πίσω