Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft
Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία
Definitionen und Übersetzungen für Gans im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.
Ορισμοί και μεταφράσεις για Gans στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.
| Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: | Übersetzung / Μετάφραση: |
Gans |
χήνα |
| Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα | |
Gans |
chína |
| Erläuterungen / Σημειώσεις: | |
| Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις | |
| Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης | |
Gänsegeier |
όρνιο ... |
Graugans |
χήνα ... |
Organschaft |
εξάρτηση νομικού προσώπου ... |
Organstreit |
δίκη μεταξύ οργάνων ... |
Selbstorganschaft |
διοίκηση εταιρίας από ... |
δίκη μεταξύ οργάνων του ιδίου νομικού προσώπου |
Organstreit ... |
διοίκηση εταιρίας από τους εταίρους |
Selbstorganschaft ... |
εξάρτηση νομικού προσώπου από άλλη επιχείρηση |
Organschaft ... |
όρνιο |
Gänsegeier, Geier ... |
φορολογική οντότητα |
Organschaft ... |
χήνα |
Gans, Graugans ... |