Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Gros

Definitionen und Übersetzungen für Gros im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Gros στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Gros

κύριος όγκος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Gros

kýrios ógos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Großbritannien

Μεγάλη Βρετανία ...

Größe

μέγεθος, ανάστημα, μεγαλείο ...

Großelter

παππούς ή γιαγιά ...

Großeltern

παππούς και γιαγιά ...

großer Senat

μείζον Τμήμα ...

Großhandel

χονδρικό εμπόριο ...

Großhandelsfirma

χονδρεμπορική επιχείρηση ...

Großhandelsgeschäft

επιχείρηση χοντρικού εμπορίου, ...

Großhandelsunternehmen

επιχείρηση χοντρικού εμπορίου, ...

Großhändler

έμπορος χονδρικής ...

Großhändlerin

έμπορος χονδρικής ...

Großkanizsa

Κανισα ...

Großmutter

γιαγιά ...

Großstadt

μεγαλούπολη ...

Großvater

παππούς ...

Großverdiener

υψηλόμισθος ...

sehr groß

πολύ μεγάλος, τεράστιος ...

Thessaloniki

Θεσσαλονίκη (zweitgrößte Stadt ...

Urgroßvater

προπαππούς ...

ανάστημα

Größe ...

γιαγιά

Großmutter ...

έμπορος χονδρικής

Großhändler, Großhändlerin ...

Κανισα

Großkanizsa ...

κύριος όγκος

Gros ...

μεγαλείο

Glanz, Glorie, Größe, ...

Μεγάλη Βρετανία

Großbritannien ...

μεγαλοαπατεώνας

Großbetrüger, Hochstapler ...

μεγαλοαπατεώνισσα

Großbetrügerin, Hochstaplerin ...

μεγάλος

groß ...

μεγαλούπολη

Großstadt ...

μέγεθος

Größe ...

μείζον

Τμήμα großer Senat ...

μικρανιψιά

Großnichte ...

μικρανιψιός

Großneffe ...

παππούς

Großvater ...

παππούς ή γιαγιά

Opa oder Oma, ...

παππούς και γιαγιά

Oma und Opa, ...

προπαππούς

Urgroßvater ...

τεράστιος

enorm. sehr groß, ...

υψηλόμισθος

Großverdiener ...

χονδρεμπόριο

Großhandel ...

χονδρικό εμπόριο

Großhandel ...
Zurück / Πίσω