Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Habe

Definitionen und Übersetzungen für Habe im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Habe στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Habe

υπάρχοντα, περιουσία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Habe

ypárchonta, periusía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abfindungsguthaben

χρηματική αξίωση εταίρου ...

Aktieninhaber

κομιστής μετοχών ...

Aktieninhaberin

κομίστρια μετοχών ...

Alphabet

αλφάβητο ...

alphabetisch

αλφαβητικός ...

bal

(balance = Guthaben, ...

Eigentümer

ιδιοκτήτης, κάτοχος (auch: ...

Fahrhabe

κινητή περιουσία ...

Geschäftfsinhaber

ιδιοκτήτης επιχείρησης ...

Geschäftsguthaben

εταιρικό μερίδιο ...

Geschäftsinhaber

ιδιοκτήτης επιχείρησης, κύριος ...

Gewalthaber

δυνάστης Gewalthaberin δυνάστης ...

Giroguthaben

πιστωτικό υπόλοιπο ...

Guthaben

πιστωτικό υπόλοιπο ...

Haben

πίστωση, πιστωτικό υπόλοιπο ...

Habensaldo

πιστωτικό υπόλοιπο λογαριασμού ...

Habenseite

στήλη πίστωσης ...

Habenzinsen

τόκοι καταθέσεων ...

hinkendes

Inhaberpapier χωλό ανώνυμο ...

Indossament an den Inhaber

οπισθογράφηση στον κομιστή ...

Inhaber

κύριος, ιδιοκτήτης, κάτοχος ...

Inhaberaktie

ανώνυμη μετοχή ...

Inhaberanteilsschein

ανώνυμος τίτλος συμμετοχής ...

Inhaberin

κυρία, ιδιοκτήτρια, κάτοχος ...

Inhaberklausel

ρήτρα στον κομιστή ...

Inhaberpapier

ανώνυμο χρεόγραφο, ανώνυμος ...

Inhaberscheck

τραπεζική επιταγή πληρωτέα ...

Inhaberschuldverschreibung

ανώνυμο χρεόγραφο ...

Inhaberzeichen

έντυπο στον κομιστή ...

innehaben

κατέχω, εξουσιάζω ...

Innehaber

κάτοχος ...

Innehaberin

κάτοχος ...

Internationales phonetisches Alphabet

Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο ...

Investitionsvorhaben

επενδυτικό σχέδιο ...

Kontoinhaber

δικαιούχος λογαριασμού, κύριος ...

lateinisches Alphabet

λατινικό αλφάβητο ...

Liebhaber

εραστής, λάτρης ...

Liebhaberin

λάτρης ...

Liebhaberwert

συλλεκτική αξία ...

Mitteilhaber

συμμέτοχος ...

Oberbefehlshaber

ανώτατος διοικητής ...

Obligationsinhaber

ομολογιούχος ...

Obligationsinhaberin

ομολογιούχα ...

Passinhaber

κάτοχος διαβατηρίου ...

Patentinhaber

κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ...

Patentinhaberin

κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ...

Pfandbriefinhaber

κάτοχος υποθηκικής ομολογίας ...

Pfandbriefinhaberin

κάτοχος υποθηκικής ομολογίας ...

Rechtsinhaber

δικαιούχος ...

Schabe

κατσαρίδα ...

schalten

ενεργοποιώ διακόπτη (Schalter ...

Scheckinhaber

κομιστής ...

Stiller Teilhaber

αφανές εταίρος ...

Teilhaber

εταίρος ...

Teilhaberin

συνεταίρος προσωπικής εταιρίας ...

Teilhaberschaft

εταιρική μερίδα ...

Vorhaben

πρόθεση, σκοπός ...

Wertpapierinhaber

κάτοχος (νομιμοποιημένου) αξιόγραφου ...

αλφαβητικός

alphabetisch ...

αλφάβητο

Alphabet ...

ανώνυμη μετοχή

Inhaberaktie ...

ανώνυμο χρεόγραφο

Inhaberpapier, Inhaberschuldverschreibung ...

ανώνυμος τίτλος

Inhaberpapier ...

ανώνυμος τίτλος συμμετοχής

Inhaberanteilsschein ...

ανώτατος διοικητής

Oberbefehlshaber ...

Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο

Internationales phonetisches Alphabet ...

δικαιούχος λογαριασμού

Kontoinhaber ...

δουναι και λαβείν

Soll und Haben, ...

δυνάστης

Gewalthaber, Gewalthaberin ...

έντυπο στον κομιστή συστατικό δικαιώματος

Inhaberzeichen ...

εξουσιάζω

herrschen, innehaben ...

επενδυτικό σχέδιο

Investitionsvorhaben ...

εραστής

Liebhaber ...

εταιρική μερίδα

Teilhaberschaft ...

εταίρος προσωπικής εταιρίας

Gesellschafter einer Personengesellschafter, ...

ετερόρρυθμος εταίρος

Kommanditist, Teilhaber / ...

έχω

haben ...

ιδιοκτήτης

Eigentümer, Inhaber ...

ιδιοκτήτης επιχείρησης

Geschäftfsinhaber ...

ιδιοκτήτρια

Eigentümerin, Inhaberin ...

κατέχω

beherrschen, besitzen, innehaben ...

κάτοχος

Besitzerin, Halterin, Inhaberin, ...

κάτοχος διαβατηρίου

Passinhaber ...

κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Patentinhaberin ...

κάτοχος νομιμοποιημένου αξιόγραφου

formell legitimierter Wertpapierinhaber ...

κάτοχος υποθηκικής ομολογίας

Pfandbriefinhaberin ...

κατσαρίδα

Schabe ...

κινητή περιουσία

Fahrhabe, Fahrnis ...

κοινωνός

Teilhaber (> Sculdrecht) ...

κομιστής μετοχών

Aktieninhaber ...

κομίστρια μετοχών

Aktieninhaberin ...

κυρία

Frau, Herrin, Inhaberin, ...

κύριος

Herr, Inhaber ...

λατινικό αλφάβητο

lateinisches Alphabet ...

λάτρης

Liebhaber, Liebhaberin ...

μεριδιούχος

Anteilsinhaber, Anteilsberechtigter (Erbrecht: ...

νέμομαι

(etwas) in Besitz ...

νομέας

Besitzer, Eigentümer, Inhaber, ...

νομή

Besitz (im Sinn ...

ομολογιούχα

Obligationärin, Obligationsinhaberin ...

ομολογιούχος

Obligationär, Obligationsinhaber ...

οπισθογράφηση στον κομιστή

Indossament an den ...

περιουσία

Gut, Habe, Vermögen ...

πίστωση

Akkreditiv, Anrechnung, Haben, ...

πιστωτικό υπόλοιπο

Guthaben ...

πιστωτικό υπόλοιπο λογαριασμού

Habensaldo ...

ρήτρα στον κομιστή

Inhaberklausel ...

σκοπεύω

beabsichtigen, vorhaben ...

στήλη πίστωσης

Habenseite ...

συλλεκτική αξία

Liebhaberwert ...

συνεταίρος προσωπικής εταιρίας

Teilhaberin ...

τόκοι καταθέσεων

Habenzinsen ...

τραπεζική επιταγή πληρωτέα στον κομιστή

Inhaberscheck ...

υπάρχοντα

Haben, Vermögen ...

χρηματική αξίωση εταίρου κατά των λοιπών εταίρων σε περίπτωση εξόδου του από την εταιρία

Abfindungsguthaben ...
Zurück / Πίσω