Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Halten

Definitionen und Übersetzungen für Halten im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Halten στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Halten

Substantiv: κατοχή (Besitz), κυριότητα (Eigentum), στάση (Stopp), Verb: κρατώ (festhalten), τηρώ (einhalten), δίνω διάλεξη (Vortrag halten), θεωρώ (betrachten)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Halten

Substantiv: katochí (Besitz), kyriótita (Eigentum), stási (Stopp), Verb: krató (festhalten), tiró (einhalten), díno diálexi (Vortrag halten), theoró (betrachten)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abhalten

1. εμποδίζω (behindern, ...

abweichendes Verhalten

παρεκκλίνουσα συμπεριφορά ...

einbehalten

παρακρατώ ...

Eingriffsverwaltung

παρεμβατική διοίκηση einhalten ...

enthalten

περιέχω, απέχω ...

erhalten

λαμβάνω, διαφυλάσσω, διατηρώ ...

festhalten

κρατώ, τηρώ (Verb), ...

geheimhalten

τηρώ απόρρητο, τηρώ ...

Halten

Substantiv: κατοχή (Besitz), ...

Hausanhalten

σύλληψη σπιτιών ...

instandhalten

συντηρώ, διατηρώ ...

Konsumverhalten

καταναλωτική συμπεριφορά ...

schalten

ενεργοποιώ διακόπτη (Schalter ...

unterhalten

διατηρώ, διατρέφω, συντηρώ ...

Verdachtsmoment für betrügerisches Verhalten des Schuldners

ένδειξη για απατηλή ...

Verhalten

συμπεριφορά ...

Verhaltenshaftung

ευθύνη συμπεριφοράς ...

vorbehalten

επιφυλάσσω, επιφυλάσσομαι ...

vorenthalten

παρακρατώ ...

zufallen

κλείνω (schließen), περιέρχομαι ...

zuhalten

κρατώ κλειστό (geschlossen ...

zurückbehalten

κατακρατώ, προβαίνω σε ...

zurückhaltend

επιφυλακτικός, διακριτικός, συγκρατημένος, ...

αλλάζω ταχύτητα

schalten, Gang wechseln ...

απέχω

abstehen, enthalten ...

διαμένω

leben, sich aufhalten ...

διατηρώ

aufbewahren, erhalten, hegen, ...

διατρέφω

ernähren, unterhalten (V.) ...

διαφυλάσσω

erhalten, wahren ...

δίνω διάλεξη

Vortrag halten ...

ένδειξη για απατηλή συμπεριφορά του οφειλέτη

Verdachtsmoment für betrügerisches ...

ενεργοποιώ διακόπτη

schalten ...

επιφυλάσσω

vorbehalten ...

ευθύνη συμπεριφοράς

Verhaltenshaftung ...

θεωρώ

halten, schätzen ...

κατακρατώ

einsperren, hinterziehen, zurückbehalten ...

καταναλωτική συμπεριφορά

Konsumverhalten ...

κατοχή

Beherrschung, Besitz, Besitztum, ...

κράτηση

Abzug, Arrest, Einbehaltung, ...

κρατώ

einbehalten, festhalten, halten, ...

κρατώ κλειστό

zuhalten ...

κρατώ μυστικό

ein Geheimnis bewahren, ...

λαμβάνω

abnehmen, beziehen, erhalten ...

με επιφύλαξη

unter Vorbehalt, vorbehalten ...

παρακρατώ

einbehalten ...

παράπτωμα

Fehler, Fehlverhalten, Vergehen ...

παρεκκλίνουσα συμπεριφορά

abweichendes Verhalten ...

περιέχω

enthalten (V.), fassen ...

προβαίνω σε επίσχεση

zurückbehalten (V.) ...

πταίσμα

Bagatelldelikt, Fehler, Fehlverhalten, ...

σπεύδω

zuhalten ...

σταμάτημα

Anhalten, Hemmung, Stillstand ...

σταματώ

einhalten, hemmen, niederlegen ...

στάση

Aufruhr, Halten, Rebellion ...

συμπεριφέρομαι

verhalten (V.) ...

συμπεριφορά

Benehmen, Gebaren, Verhalten ...

συντηρώ

instandhalten, konservieren, unterhalten ...

τήρηση

Beachtung, Befolgung, Einhaltung, ...

τηρώ

beachten, befolgen, einhalten, ...

τηρώ απόρρητο

geheimhalten ...

υποχρέωση τήρησης των συμφωνημένων

pacta sunt servanda ...

χειρίζομαι

behandeln, schalten ...
Zurück / Πίσω