Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Handeln

Definitionen und Übersetzungen für Handeln im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Handeln στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Handeln

Substantiv: δράση (Aktion), διαπραγμάτευση (Verhandlung), εμπορία (Kaufhandel), Verb: διαπραγματεύω (verhandeln), εμπορεύομαι (Handel treiben), ενεργώ (tun)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Handeln

Substantiv: drási (Aktion), diapragmátevsi (Verhandlung), emporía (Kaufhandel), Verb: diapragmatévo (verhandeln), emporévomä (Handel treiben), energó (tun)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

behandeln

χειρίζομαι, αντιμετωπίζω ...

Handeln

Substantiv: δράση (Aktion), ...

Handelnde

αυτή που ενεργεί, ...

Handelnder

αυτός που ενεργεί, ...

konkludentes Handeln

προκύπτουσα δράση ...

misshandeln

κακοποιώ, κακομεταχειρίζομαι ...

schlüssiges Handeln

νομικά βάσιμη πράξη ...

verhandeln

διαπραγματεύομαι (Vertrag), (εκ-)δικάζω ...

αντιμετωπίζω

behandeln ...

αυτή που διαπραγματεύεται

Handelnde ...

αυτή που εμπορεύεται

Handelnde (die mit ...

αυτή που ενεργεί

Handelnde (die etwas ...

αυτός που διαπραγματεύεται

Handelnder, Verhandelnder ...

αυτός που εμπορεύεται

Handelnder (der mit ...

αυτός που ενεργεί

Handelnder (der etwas ...

διαπραγματεύομαι

begeben, handeln, verhandeln ...

διαπραγμάτευση

Begebung, Handel, Handeln, ...

δράση

Aktion, Handeln, Handlung, ...

εμπορεύομαι

handeln, mit etwas ...

εμπορία

Handeln, Handelsgewerbe, Wirtschaft ...

ενεργώ

handeln (im Sinn ...

κακομεταχειρίζομαι

misshandeln ...

κακοποιώ

misshandeln ...

νομικά βάσιμη πράξη

schlüssiges Handeln ...

προκύπτουσα δράση

konkludentes Handeln ...

χειρίζομαι

behandeln, schalten ...
Zurück / Πίσω