Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Kommission

Definitionen und Übersetzungen für Kommission im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Kommission στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Kommission

1. Επιτροπή (Ausschuss, Gremium) 2. προμήθεια (Provision) 3. παραγγελία (Bestellung)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Kommission

1. Epitropí (Ausschuss, Gremium) 2. promíthia (Provision) 3. parangelía (Bestellung)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
etwas in Kommission geben / nehmen: παίρνω / δίνω κάτι με προμήθεια
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Bundeshandelskommission

ομοσπονδιακή επιτροπή εμπορίου ...

Einkaufskommission

παραγγελία αγοράς ...

Enquetekommission

ερευνητική επιτροπή ...

EU-Kommission

Επιτροπή της Ευρωπαϊκής ...

Inkassokommission

επιτροπή εισπράξεων ...

Kommission der Europäischen Union

Επιτροπή της Ευρωπαϊκής ...

Kommissionär

παραγγελιοδόχος ...

Kommissionsgeschäft

παραγγελιοδοχικές εργασίες ...

Kommissionsmitglied

μέλος της επιτροπής ...

Kommissionsvertrag

σύμβαση παραγγελίας ...

Kommissionsware

εμπόρευμα παρακαταθήκης ...

Verkaufskommission

προμήθεια πώλησης ...

επιτροπή

Ausschuss, Gremium, Komitee, ...

Επιτροπή Ανταγωνισμού

Kartellamt, Wettbewerbsausschuss, Wettbewerbskommission ...

επιτροπή εισπράξεων

Inkassokommission ...

Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Kommission der Europäischen ...

ερευνητική επιτροπή

Enquetekommission ...

μέλος της επιτροπής

Kommissionsmitglied ...

ομοσπονδιακή επιτροπή εμπορίου

Bundeshandelskommission ...

παραγγελία

Auftrag, Bestellung, Kommission, ...

παραγγελία αγοράς

Einkaufskommission ...

παραγγελιοδοχικές εργασίες

Kommissionsgeschäft ...

παραγγελιοδόχος

Kommissionär ...

προμήθεια πώλησης

Verkaufskommission ...

σύμβαση παραγγελίας

Kommissionsvertrag ...
Zurück / Πίσω