Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Laden

Definitionen und Übersetzungen für Laden im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Laden στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Laden

κατάστημα, μαγαζί
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Laden

katástima, magazí
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abladen

εκφόρτωση ...

auffordern

καλώ (auch: tel. ...

ausladen

εκφορτώνω ...

Beigeladene

προσεπικαλούμενη ...

Beigeladener

προσεπικαλούμενος ...

beiladen

προσεπικαλώ Beiladung προσεπίκληση ...

einladen

προσκαλώ ...

Entladen

εκφόρτωση ...

Kykladen

Κυκλάδες ...

Ladenangestellte

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος ...

Ladenangestellter

υπάλληλος καταστήματος ...

Ladendieb

κλέφτης καταστήματος ...

Ladendiebin

κλέφτρα καταστήματος ...

Ladendiebstahl

κλοπή σε κατάστημα ...

Ladenschluss

κλείσιμο των εμπορικών ...

schokoladenbraun

σοκολατής (Adv.), σοκολατένιος ...

verladen

φορτώνω ...

vorladen

κλητεύω ...

εκφορτώνω

abladen, ausladen ...

καλώ

aufrufen, anrufen, laden, ...

κατάστημα

Anstalt, Geschäftsraum, Laden ...

κατάστημα, μαγαζί

Laden ...

κλείσιμο των εμπορικών καταστημάτων

Ladenschluss ...

κλέφτης καταστήματος

Ladendieb ...

κλέφτρα καταστήματος

Ladendiebin ...

κλητεύω

laden, vorladen ...

κλητεύω, καλώ, προσκαλώ

laden ...

κλοπή σε κατάστημα

Ladendiebstahl ...

Κυκλάδες

Kykladen ...

ξεφορτώνω

entladen, entlasten, (etwas) ...

προσεπικαλούμενη

Beigeladene ...

προσεπικαλούμενος

Beigeladener ...

προσεπικαλώ

beiladen ...

προσκαλώ

auffordern, aufrufen, einladen ...

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος

Handlungsgehilfe, Handlungsgehilfin, Ladrenangestellter, ...

υπάλληλος καταστήματος

Ladenangestellter ...

φορτώνω

laden, aufladen, verfrachten, ...
Zurück / Πίσω