Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Lehre

Definitionen und Übersetzungen für Lehre im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Lehre στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Lehre

μαθητεία, πρακτική εξάσκηση, διδασκαλία, θεωρία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Lehre

mathitía, praktikí exáskisi, didaskalía, theoría
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

allgemeine Staatslehre

γενική πολιτειολογία ...

belehren

διδάσκω, ενημερώνω ...

Betriebswirtschaftslehre

οικονομική (των) επιχειρήσεων ...

Fahrlehrer

εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών ...

Fahrlehrerin

εκπαιδεύτρια υποψηφίων οδηγών ...

Handlungslehre

επαγγελματική μαθητεία, πρακτική ...

herrschende Lehre

κρατούσα θεωρία, κρατούσα ...

kausale Handlungslehre

αιτιώδης θεωρία δράσης ...

lehren

διδάσκω ...

Lehrer

δάσκαλος, καθηγητής, παιδαγωγός ...

Lehrerin

δασκάλα, καθηγήτρια, παιδαγωγός ...

Methodenlehre

μεθοδολογία ...

Rechtslehre

νομική επιστήμη ...

Staatslehre

πολιτειολογία ...

Verwaltungslehre

διοικητική διδασκαλία ...

αιτιώδης θεωρία δράσης

kausale Handlungslehre ...

γενική πολιτειολογία

allgemeine Staatslehre ...

δασκάλα

Lehrerin ...

δάσκαλος

Lehrer ...

διδασκαλία

Doktrin, Instruktion, Lehre, ...

διδάσκω

belehren, dozieren, instruieren, ...

διοικητική διδασκαλία

Verwaltungslehre ...

εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών

Fahrlehrer ...

εκπαιδεύτρια υποψηφίων οδηγών

Fahrlehrerin ...

ενημερώνω

belehren ...

επαγγελματική μαθητεία

Handlungslehre ...

θεωρία

Lehre, Theorie ...

καθηγητής

Lehrer, Professor ...

καθηγήτρια

Lehrerin, Professorin ...

κρατούσα διδασκαλία

herrschende Lehre ...

κρατούσα θεωρία

herrschende Lehre ...

μαθητεία

Lehre ...

μεθοδολογία

Methodenlehre, Methodologie ...

παιδαγωγός

Lehrer, Lehrerin ...

πολιτειολογία

Staatslehre ...

πρακτική εξάσκηση

Handlungslehre, Lehre ...
Zurück / Πίσω