Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Macht

Definitionen und Übersetzungen für Macht im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Macht στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Macht

εξουσία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Macht

exusía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abschlussvollmacht

πληρεξούσιο για σύναψη ...

Anscheinsvollmacht

φαινομενική πληρεξουσιότητα ...

Außenvollmacht

πληρεξουσιότητα εξωτερικού ...

Ausübungsermächtigung

εξουσιοδότηση άσκησης ...

Autorität

Αρχή (Behörde), εξουσία ...

Bankvollmacht

τραπεζική πληρεξουσιότητα ...

Berechtigung

έννομη εξουσία (legale ...

Besatzungsmacht

δύναμη κατοχής ...

bevollmächtigen

εξουσιοδοτώ ...

bevollmächtigt

εξουσιοδοτημένος ...

Bevollmächtigte

πληρεξούσιος ...

Bevollmächtigter

πληρεξούσιος ...

Bevollmächtigung

πληρεξουσιότητα ...

Blankovollmacht

λευκό πληρεξούσιο ...

Eigenmacht

αυτοδύναμη ενέργεια ...

Einzelvollmacht

ειδκό πληρεξούσιο (= ...

Einziehungsermächtigung

εξουσιοδότηση είσπραξης ...

Einzugsermächtigung

εξουσιοδότηση είσπραξης ...

Empfangsbevollmächtigter

δικαιούχος παραλαβής ...

ermächtigen

εξουσιοδοτώ ...

Ermächtigung

εξουσιοδότηση ...

Ermächtigungsgesetz

νόμος εξουσιοδότησης ...

Ermächtigungsgrundlage

βάση εξουσιοδότησης ...

Ersatzvermächtnis

υποκατάσταση κληροδοσίας ...

falsus procurator

(vollmachtloser Vertreter, lateinisch: ...

Gattungsvermächtnis

κληροδοσία γένους ...

Generalbevollmächtigter

γενικός πληρεξούσιος ...

Generalvollmacht

γενική πληρεξουσιότητα ...

Handlungsbevollmächtigte

εξουσιοδοτημένη προς διενέργεια ...

Handlungsbevollmächtigter

εξουσιοδοτημένος προς διενέργεια ...

Handlungsvollmacht

εξουσιοδότηση για διενέργεια ...

i.V.

(= in Vollmacht ...

Innenvollmacht

εσωτερική πληρεξουσιότητα ...

Kontovollmacht

πληρεξουσιότητα επί λογαριασμού ...

Legat

Vermächtnis: κληροδότημα, Gesandter: ...

Machtbereich

αρμοδιότητα ...

Mächte

δυνάμεις ...

machtlos

ανίσχυρος, αδύναμος ...

Machtmissbrauch

κατάχρηση εξουσίας ...

Mitvermächtnis

συγκληροδοσία ...

Nachvermächtnis

καταπιστευτική κληροδοσία ...

Prozessbevollmächtigte

δικαστική πληρεξούσιος ...

Prozessbevollmächtigter

δικαστικός πληρεξούσιος ...

Prozessvollmacht

δικαστική πληρεξουσιότητα ...

Scheinvollmacht

εικονική πληρεξουσιότητα ...

Spezialhandlungsvollmacht

ειδική εξουσιοδότηση, ειδικό ...

Spezialvollmacht

Ειδκό πληρεξούσιο (= ...

Steuerbevollmächtigte

φορολογική πληρεξούσιος ...

Steuerbevollmächtigter

φορολογικός πληρεξούσιος ...

Untervermächtnis

υποκληροδότηση (F) ...

Untervollmacht

υποπληρεξουσιότητα, μεταπληρεξουσιότητα ...

verbotene Eigenmacht

απαγορευμένη αυτοδικία ...

Verfügungsermächtigung

εξουσιοδότηση προς διάθεση ...

Vermächtnis

κληροδοσία, κληροδότημα ...

Vermächtnisnehmer

κληροδόχος ...

Vermächtnisnehmerin

κληροδόχος ...

Verschaffungsvermächtnis

κληροδοσία προμηθευταίου αντικειμένου ...

Vertretungsmacht

εξουσία αντιπροσώπευσης ...

Vollmacht

εξουσιοδότηση, πληρεξούσιο ...

Vollmachtgeber

ο εξουσιοδοτών (Plural: ...

vollmachtlos

vollmachtloser Vertreter (lateinisch: ...

Vollmachtsindossament

οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας ...

Vollmachtsurkunde

πληρεξούσιο ...

Vorausvermächtnis

προκληροδότημα ...

Vorsorgevollmacht

προληπτική εξουσιοδότηση ...

Wahlvermächtnis

διαζευκτική κληροδοσία, διαζευκτικό ...

Zustellungsbevollmächtigte

αντίκλητος ...

Zustellungsbevollmächtigter

αντίκλητος ...

αδύναμος

machtlos, schwach ...

ανίσχυρος

machtlos, schwach ...

αντίκλητος

Anwalt vor Gericht, ...

αντιποίηση

Anmaßung der öffentlichen ...

απαγορευμένη αυτοδικία

verbotene Eigenmacht ...

αρμοδιότητα

Machtbereich ...

αυτοδύναμη ενέργεια

Eigenmacht ...

βάση εξουσιοδότησης

Ermächtigungsgrundlage ...

γενική πληρεξουσιότητα

Generalvollmacht ...

γενικό πληρεξούσιο

Generalvollmacht ...

διαζευκτική κληροδοσία

Wahlvermächtnis ...

διαζευκτικό κληροδότημα

Wahlvermächtnis ...

δικαιούχος παραλαβής

Empfangsbevollmächtigter ...

δικαστική πληρεξούσιος

Prozessbevollmächtigte ...

δικαστική πληρεξουσιότητα

Prozessvollmacht ...

δικαστικός πληρεξούσιος

Prozessbevollmächtigter ...

δύναμη κατοχής

Besatzungsmacht ...

ειδική εξουσιοδότηση

Spezialhandlungsvollmacht ...

ειδικό πληρεξούσιο

Einzelvollmacht, Spezialvollmacht (= ...

εικονική πληρεξουσιότητα

Scheinvollmacht ...

εμπορικών πράξεων

Handlungsbevollmächtigte ...

εξουσία

Macht, Gewalt, Befugnis ...

εξουσία αντιπροσώπευσης

Vertretungsmacht ...

εξουσιοδοτημένος

berufen (Adj.), bevollmächtigt ...

εξουσιοδοτημένος προς διενέργεια εμπορικών πράξεων

Handlungsbevollmächtigter ...

εξουσιοδότηση

Ermächtigung ...

εξουσιοδότηση άσκησης

Ausübungsermächtigung ...

εξουσιοδότηση για διενέργεια εμπορικών πράξεων

Handlungsvollmacht ...

εξουσιοδότηση είσπραξης

Einziehungsermächtigung ...

εξουσιοδότηση προς διάθεση

Verfügungsermächtigung ...

εξουσιοδοτώ

autorisieren, bevollmächtigen, ermächtigen ...

επίτροπος

Bevollmächtigter, Geschäftsführer, Vormund, ...

εσωτερική πληρεξουσιότητα

Innenvollmacht ...

θαλάσσια λεία

Prise (auf See ...

ισχύς

Geltung, Gewalt, Gültigkeit, ...

καθολική κληροδοσία

Universalvermächtnis ...

καταπιστευτική κληροδοσία

Nachvermächtnis ...

καταπιστευτική υποκατάσταση

Nachvermächtnis ...

κατάχρηση εξουσίας

Machtmissbrauch ...

κληροδοσία

Vermächtnis (auch: κληροδότημα) ...

κληροδοσία γένους

Gattungsvermächtnis ...

κληροδοσία προμηθευταίου αντικειμένου

Verschaffungsvermächtnis ...

κληροδότημα

Vermächtnis (s. auch ...

κληροδόχος

Vermächtniserbe, Vermächtnisnehmer ...

λευκό πληρεξούσιο

Blankovollmacht ...

νομή κληρονομικού καταπιστεύματος

Fideikommissbesitz, Vermächtnisbesitz ...

νόμος εξουσιοδότησης

Ermächtigungsgesetz ...

οικογενειακό καταπίστευμα

Familienfideikommiss, Familienvermächtnis ...

οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας

Vollmachtsindossament ...

πληρεξούσιο

Vollmacht ...

πληρεξούσιο για σύναψη συμφωνίας

Abschlussvollmacht ...

πληρεξούσιο με ειδικότερες εντολές

Einzelvollmacht, Spezialvollmacht, Vollmacht ...

πληρεξούσιος

Bevollmächtigter, Bevollmächtigte, Mandatar, ...

πληρεξουσιότητα

Bevollmächtigung, Vollmacht ...

πληρεξουσιότητα εξωτερικού

Außenvollmacht ...

προκληροδότημα

Prälegat, Vorausvermächtnis ...

προληπτική εξουσιοδότηση

Vorsorgevollmacht ...

συγκληροδοσία

Mitvermächtnis ...

τραπεζική πληρεξουσιότητα

Bankvollmacht ...

υποκατάσταση κληροδοσίας

Ersatzvermächtnis ...

υποκληροδοσία

Untervermächtnis ...

υποκληροδότηση

Untervermächtnis ...

υποκληροδόχος

Untervermächtnisnehmer ...

υποπληρεξουσιότητα

Untervollmacht ...

φαινομενική πληρεξουσιότητα

Anscheinsvollmacht ...

φορολογική πληρεξούσιος

Steuerbevollmächtigte ...

φορολογικός πληρεξούσιος

Steuerbevollmächtigter ...

ψευδοαντιπρόσωπος

falsus procurator, Vertreter ...
Zurück / Πίσω