Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Orden

Definitionen und Übersetzungen für Orden im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Orden στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Orden

τάγμα, παράσημο
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Orden

tágma, parásimo
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

außerordentlich

έκτακτος ...

außerordentliche Kündigung

έκτακτη απόλυση ...

Ausserordenliche Kundigung

έκτακτη καταγγελία ...

behördenintern

ενδοϋπηρεσιακός ...

Justizbehörden

δικαστικές αρχές ...

Landwirtschaftsbehorden

γεωργικές αρχές ...

morden

διαπράττω ανθρωποκτονία, δολοφονώ ...

Norden

Βορράς ...

ordentlich

τακτικός, ομαλός, ευπρεπής ...

ordentliche Abschreibung

τακτική απόσβεση ...

ordentliche Ausgaben

τακτικά έξοδα ...

ordentliche Einnahmen

τακτικά έσοδα ...

ordentliche Gerichtsbarkeit

τακτική δικαιοδοσία ...

ordentliche Hauptversammlung

τακτική γενική συνέλευση ...

ordentliche Kündigung

τακτική καταγγελία ...

ordentlicher Rechtsweg

τακτικά δικαστήρια ...

ordentliches Betriebsergebnis

λειτουργικό αποτέλεσμα ...

Ordnungsbehörden

διοικητικές αρχές τάξης ...

Rom ist nicht an einem Tag erbaut worden

Η Ρώμη δεν ...

unvordenklich

αμνημόνευτος, αμνημονεύτου χρόνου ...

unvordenkliche Verjährung

αμνημόνευτη παραγραφή ...

αμνημόνευτη παραγραφή

unvordenkliche Verjährung ...

αμνημόνευτος

unerinnert, unerwähnt, unvordenklich ...

αμνημονεύτου χρόνου

unvordenklich, unvordenklicher Zeit ...

Αρχές

Autorität(en), Behörden ...

Βορράς

Norden ...

γεωργικές αρχές

Landwirtschaftsbehorden ...

διαπράττω ανθρωποκτονία

morden ...

δικαστικές αρχές

Justizbehörden ...

δολοφονώ

meucheln, morden ...

έκτακτη απόλυση

außerordentliche Kündigung (Entlassung) ...

έκτακτη καταγγελία

ausserordenliche Kundigung ...

έκτακτος

außerordentlich ...

ενδοϋπηρεσιακός

behördenintern ...

ευπρεπής

ordentlich ...

έχει ανακληθεί

ist widerrufen worden, ...

η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα

Rom ist nicht ...

ομαλός ordentlich όμηρος

Geisel ...

παράσημο

Orden ...

τάγμα

Bataillon, Orden ...

τακτικά δικαστήρια

ordentlicher Rechtsweg ...

τακτικά έξοδα

ordentliche Ausgaben ...

τακτικά έσοδα

ordentliche Einnahmen ...

τακτική απόσβεση

ordentliche Abschreibung ...

τακτική γενική συνέλευση των μετόχων

ordentliche Hauptversammlung ...

τακτική δικαιοδοσία

ordentliche Gerichtsbarkeit ...

τακτική καταγγελία

ordentliche Kündigung ...
Zurück / Πίσω