Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Partner

Definitionen und Übersetzungen für Partner im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Partner στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Partner

σύντροφος, εταίρος, μέτοχος εταιρίας
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Partner

sýntrofos, etäros, métochos etärías
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Geschäftspartner

αντισυμβαλλόμενος (Vertragspartner), συναίτερος ...

Lebenspartner

σύντροφος ...

Lebenspartnerschaft

συντροφιά ζωής ομοφύλων ...

Öffentlich Private Partnerschaft

Συμπράξη Δημόσιου και ...

ÖPP

ΣΔΙΤ, Abkürzung für ...

Partnerin

σύντροφος, εταίρος, μέτοχος ...

Partnerschaft

εταιρική σχέση ...

Partnerschaftsbuch

βιβλίο συνεταιρικών σχέσεων ...

Partnerschaftsgesellschaft

εταιρία ελευθεροεπαγγελματιών ...

Partnerschaftsregister

μητρώο συνεταιρικών σχέσεων ...

Sozialpartner

κοινωνικός εταίρος ...

Tarifpartner

συμβαλλόμενο μέρος συλλογικής ...

Vertragspartner

αντισυμβαλλόμενος, συμβαλλόμενος ...

Vertragspartnerin

συμβαλλόμενη, δικαιούχος από ...

βιβλίο συνεταιρικών σχέσεων

Partnerschaftsbuch ...

δικαιούχος από σύμβαση

Vertragspartner, Vertragspartnerin ...

εταιρία ελευθεροεπαγγελματιών

Partnerschaftsgesellschaft ...

εταιρική σχέση

Partnerschaft ...

εταίρος

Anteilseignerin, Gesellschafterin, Partnerin ...

κοινωνικός εταίρος

Sozialpartner ...

μητρώο συνεταιρικών σχέσεων

Partnerschaftsregister ...

ΣΔΙΤ

ÖPP, αρκτικόλεξο για ...

συμβαλλόμενη

Vertragspartnerin ...

συμβαλλόμενο μέρος συλλογικής σύμβασης εργασίας

Tarifpartner, Tarifvertragspartei ...

συμβαλλόμενος

Vertragspartner ...

Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα

Öffentlich Private Partnerschaft ...

συντροφιά ζωής ομοφύλων ατόμων

Lebenspartnerschaft ...

σύντροφος

Genosse, Genossin, Partner, ...
Zurück / Πίσω