Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Pass

Definitionen und Übersetzungen für Pass im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Pass στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Pass

διαβατήριο (Reisepass), διάβαση (Durchgang), διάβαση ορεινή (Gebirgspass), πάσα (Ballabgabe)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Pass

diavatírio (Reisepass), diávasi (Durchgang), diávasi oriní (Gebirgspass), pása (Ballabgabe)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

anpassen

προσαρμόζω ...

Anpassung

προσαρμογή, αναπροσαρμογή ...

Bilanzsumme (Passivseite)

σύνολο παθητικού ...

Gebirgspass

διάβαση ορεινή, ορεινή ...

gelegen

κείμενος, ευρισκόμενος (befindlich), ...

Kompass

ναυτική ...

Laufpass

εξιτήριο, απολυτήριο ...

Pass

διαβατήριο (Reisepass), διάβαση ...

Passagier

επιβάτης ...

Passfälschung

πλαστογράφηση διαβατηρίου ...

Passierschein

άδεια διέλευσης ...

Passinhaber

κάτοχος διαβατηρίου ...

passiv

παθητικός, παθητικώς ...

Passiva

στοιχεία παθητικού ...

passives Wahlrecht

παθητικό εκλογικό δικαίωμα ...

Passivierungswahlrecht

δικαίωμα εμφάνισης λογαριασμού ...

Passivlegitimation

παθητική νομιμοποίηση ...

Passivposten

στοιχείο του παθητικού ...

Passivseite

στήλη παθητικού ...

Passivstruktur

διάρθρωση παθητικού ...

Passivum

παθητικό ...

Passivvertretung

παθητική εκπροσώπηση ...

Passpflicht

υποχρέωση διαβατηρίου ...

Passrecht

δίκαιο διαβατηρίων ...

Reisepass

διαβατήριο ...

Zinsanpassung

αντικατάσταση επιτοκίου, προσαρμογή ...

άδεια διέλευσης

Passierschein ...

αναπροσαρμογή

Anpassung ...

αντικατάσταση επιτοκίου

Zinsanpassung ...

απολυτήριο

Laufpass ...

διάβαση ορεινή

Pass ...

διαβατήριο

Pass, Reisepass ...

διάρθρωση παθητικού

Passivstruktur ...

δίκαιο διαβατηρίων

Passrecht ...

δικαίωμα εμφάνισης λογαριασμού στο παθητικό

Passivierungswahlrecht ...

εκλόγιμος

wählbar, wahlberechtigt (passiv) ...

εξιτήριο

Laufpass ...

κάτοχος διαβατηρίου

Passinhaber ...

παθητική εκπροσώπηση

Passivvertretung ...

παθητική νομιμοποίηση

Passivlegitimation ...

παθητικό

Passivum ...

παθητικό εκλογικό δικαίωμα passives

Wahlrecht ...

παθητικός

passiv (Adv.) ...

παθητικώς

passiv (Adv.) ...

πλαστογράφηση διαβατηρίου

Passfälschung ...

προσαρμογή

Anpassung ...

προσαρμόζω

abstellen, anpassen ...

στήλη παθητικού

Passivseite ...

στοιχεία παθητικού

Passiva ...

στοιχείο του παθητικού

Passivposten ...

σύνολο παθητικού

Bilanzsumme (Passivseite) ...

ταιριάζω

sich eignen, anpassen ...

υποχρέωση διαβατηρίου

Passpflicht ...
Zurück / Πίσω