Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft
Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία
Definitionen und Übersetzungen für Qual im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.
Ορισμοί και μεταφράσεις για Qual στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.
| Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: | Übersetzung / Μετάφραση: |
Qual |
μαρτύριο |
| Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα | |
Qual |
martýrio |
| Erläuterungen / Σημειώσεις: | |
| Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις | |
| Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης | |
Qualifikation |
προσόντα, εξειδίκευση, ικανότητα, ... |
qualifizieren |
1. χαρακτηρίζω νομικά ... |
qualifiziert |
ειδικός, εξειδικευμένος, κατάλληλος ... |
qualifizierte |
Mehrheit ειδική πλειοψηφία ... |
qualifizierter Versuch |
διακεκριμένη απόπειρα ... |
Qualifizierung |
εξειδίκευση ... |
Qualität |
ποιότητα ... |
qualitativ |
ποιοτικός ... |
Qualitätsabweichung |
απόκληση από τη ... |
Qualitätsanforderungen |
απαιτήσεις ποιότητας, ποιοτικά ... |
Qualitätsangaben |
ενδείξεις ποιότητας ... |
Qualitätsarbeit |
εργασία/δουλειά ποιότητας ... |
Qualitätsbestimmung |
προσδιορισμός ποιότητας, καθορισμός ... |
Qualitätsfehler |
ποιοτικό ελλάττωμα ... |
Qualitätskontrolle |
έλεγχος ποιότητας ... |
Qualitätsnorm |
πρότυπο ποιότητας ... |
Qualitätsprodukt |
ποιοτικό προϊόν, προϊόν ... |
Qualitätsprüfung |
έλεγχος ποιότητας ... |
Qualitätsrüge |
διαμαρτυρία για την ... |
Qualitätsware |
προϊόντα ποιότητας ... |
Qualitätszertifikat |
πιστοποιητικό ποιότητας ... |
Qualle |
τσούχτρα ... |
Tierquälerei |
βασανισμός ζώων ... |
απαιτήσεις ποιότητας |
Qualitätsanforderungen ... |
απόκληση από τη συμφωνημένη ποιότητα |
Qualitätsabweichung ... |
βασανισμός ζώων |
Tierquälerei ... |
διακεκριμένη απόπειρα |
qualifizierter Versuch ... |
διακεκριμένο έγκλημα |
qualifizierter Straftat ... |
διαμαρτυρία για την ποιότητα |
Qualitätsrüge ... |
δουλειά ποιότητας |
Qualitätsarbeit ... |
ειδική πλειοψηφία qualifizierte |
Mehrheit ... |
έλεγχος ποιότητας |
Qualitätsprüfung ... |
ενδείξεις ποιότητας |
Qualitätsangaben ... |
εξειδικευμένος |
qualifiziert, spezialisiert, Spezialist ... |
εξειδίκευση |
Qualifikation, Spezialisierung ... |
εργασία ποιότητας |
Qualitätsarbeit ... |
ικανότητα |
Fähigkeit, Qualifikation ... |
καθορισμός ποιότητας |
Qualitätsbestimmung ... |
κατάλληλος |
brauchbar, geeignet, qualifiziert ... |
καταλληλότητα |
Brauchbarkeit, Qualifikation, Zweckmäßigkeit ... |
κατατάσσω |
klassifizieren, mustern, qualifizieren ... |
πιστοποιητικό ποιότητας |
Qualitätszertifikat ... |
ποιότητα |
Güte, Qualität ... |
ποιοτικό ελλάττωμα |
Qualitätsfehler ... |
ποιοτικός |
qualitativ ... |
προϊόντα ποιότητας |
Qualitätsprodukte, Qualitätsware ... |
προσδιορισμός ποιότητας |
Qualitätsbestimmung ... |
προσόντα |
Qualifikation ... |
πρότυπο ποιότητας |
Qualitätsnorm ... |
τσούχτρα |
Qualle ... |
χαρακτηρίζω νομικά |
qualifizieren ... |
χαρακτιρίζω νομικά |
qualifiziert ... |