Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Sache

Definitionen und Übersetzungen für Sache im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Sache στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Sache

πράγμα, υπόθεση, ζήτημα
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Sache

prágma, ypóthesi, zítima
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Bagatellsache

μικροδιαφορά ...

Bagatellstrafsache

μικροπαράβαση, πταίσμα (Plural: ...

Bagatellstrafsachen

πταίσματα ...

Baulandsache

υπόθεση οικοδομήσιμης έκτασης ...

bewegliche

Sache κινητό, κινητό ...

Drucksache

έντυπο ...

Familiensache

οικογενειακή υπόθεση ...

Feriensache

υπόθεση τμήματος διακοπών ...

Folgesachen

διαφορές αναφερόμενες σε ...

Handelssache

εμπορική υπόθεση ...

Hauptsache

κύριο πράγμα, ουσία ...

Hauptursache

κυρία αιτία ...

Kindschaftssache

υπόθεση που αναφέρεται ...

Kriminalsache

ποινική υπόθεση ...

Mietsache

αντικείμενο μίσθωσης ...

Nachlasssache

κληρονομική υπόθεση ...

öffentliche Sache

δημόσιο πράγμα ...

Rechtstatsache

νομική πραγματικότητα ...

Sacheigentum

κυριότητα πράγματός ...

Sacheinlage

εισφορά είδους ...

Sachenrecht

εμπράγματο δίκαιο ...

sachenrechtlich

εμπραγματοδικαιικός, εμπράγματος ...

Sachentscheidung

απόφαση επί της ...

Schadensursache

αιτία της ζημιάς ...

Steuersache

φορολογική υπόθεση ...

Strafsache

ποινική υπόθεση ...

Tatsache

γεγονός, πραγματικό περιστατικό ...

Tatsachengericht

δικαστήριο ουσίας ...

Tatsachenirrtum

πλάνη για τα ...

unbewegliche Sache

ακίνητο πράγμα, ακίνητο ...

unvertretbare Sache

αναντικατάστατο πράγμα ...

Ursache

αφορμή, αιτία ...

verbrauchbare Sache

αναλωτό πράγμα ...

Vereinssache

υπόθεση σωματείου ...

vertretbare

Sache αντικαταστατό πράγμα ...

verursachen

προκαλώ, προξενώ ...

Verursacher

προκαλέσας, υπαίτιος ...

Verursacherin

προκαλέσασσα, υπαίτια ...

Vorgang

συμβάν (Ereignis), περιστατικό ...

Wertsache

πολύτιμο αντικείμενο, τιμαλφές ...

Zivilsache

πολιτική υπόθεση, αστική ...

αιτία της ζημιάς

Schadensursache ...

ακίνητο

Grundstück, Holding, Immobilie, ...

ακίνητο πράγμα

unbewegliche Sache ...

αναλωτό πράγμα

verbrauchbare Sache ...

αναντικατάστατο πράγμα

unvertretbare Sache ...

αντικαταστατό πράγμα

vertretbare Sache ...

αντικείμενο μίσθωσης

Mietsache ...

απόφαση επί της ουσίας

Sachentscheidung ...

αστική υπόθεση

Zivilsache ...

αφορμή

Anlass, Motiv, Ursache ...

γεγονός

Ereignis, Faktum, Fall, ...

δεδομένα

Daten, Tatsachen ...

δεδομένου

(δεδομένου, ότι ...) ...

δεδομένου, ότι

angesichts der Tatsache, ...

δημόσιο πράγμα

öffentliche Sache ...

δικαστήριο ουσίας

Tatsachengericht ...

εισφορά είδους

Sacheinlage ...

εισφορά σε είδος

Sacheinlage ...

εμπορική υπόθεση

Handelssache ...

εμπράγματο δίκαιο

Sachenrecht ...

εμπραγματοδικαιικός

sachenrechtlich ...

εμπράγματος

dinglich, sach-, Sachen- ...

έντυπο

Drucksache, Druckschrift, Formular ...

εξασφαλιστική μεταβίβαση κυριότητας κινητού πράγματος

Sicherungsübereignung einer beweglichen ...

ζημιογόνος

schädlich, schadenverursachend ...

ζήτημα

Angelegenheit, Gegenstand, Sache ...

κατάσχεση κινητού

Pfändung einer beweglichen ...

κινητά πράγματα

bewegliche Gegenstände / ...

κινητό

Mobilie, bewegliche Sache ...

κινητό αντικείμενο

Mobilie, bewegliche Sache, ...

κινητό πράγμα

bewegliche Sache, Fahrnis ...

κληρονομική υπόθεση

Nachlasssache ...

κυρία αιτία

Hauptursache ...

κυρία δίκη

Hauptsache ...

κύριο πράγμα

Hauptsache ...

κυριότητα πράγματός

Sacheigentum ...

μεταβιβάζω συμβολαιογραφικά την κυριότητα πράγματος

das Eigentum an ...

μικροδιαφορά

Bagatellsache ...

μικροπαράβαση

Bagatellstrafsache, kleineres Vergehen ...

μπροστάρης

Führer, Anführer, jmd. ...

νομή μέρους πράγματος

Teilbesitz einer Sache ...

νομική πραγματικότητα

Rechtstatsache ...

οικογενειακή υπόθεση

Familiensache ...

ουσία της υπόθεσης

Hauptsache ...

πλάνη για τα γεγονότα

Tatsachenirrtum ...

ποινική υπόθεση

Kriminalsache, Strafsache ...

πολιτική υπόθεση

Zivilsache ...

πολύτιμο αντικείμενο

Wertsache ...

πράγμα

Ding, Sache ...

πραγματικά περιστατικά

Sachverhalt, Tatsachen, tatsächliche ...

πραγματικό περιστατικό

Tatsache, Tatumstand ...

προκαλέσας

Verursacher ...

προκαλέσασσα

Verursacherin ...

προκαλώ

erregen, provozieren, verursachen ...

προξενώ

verursachen ...

πταίσματα

Βagatellstrafsachen ...

τιμαλφές

Wertsache ...

υπαίτια

Verursacherin ...

υπαίτιος

Verursacher ...

υπόθεση οικοδομήσιμης έκτασης

Baulandsache ...

υπόθεση που αναφέρεται στη σχέση γονέων και παιδιών

Kindschaftssache ...

υπόθεση σωματείου

Vereinssache ...

υπόθεση τμήματος διακοπών

Feriensache ...

φορολογική υπόθεση

Steuersache ...
Zurück / Πίσω