Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Verfassung

Definitionen und Übersetzungen für Verfassung im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Verfassung στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Verfassung

σύνταγμα, καθεστώς, ψυχική κατάσταση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Verfassung

sýntagma, kathestós, psychikí katástasi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Betriebsverfassung

καταστατικό της εκμετάλλευσης ...

Betriebsverfassungsgesetz

καταστατικός νόμος επιχειρήσεων ...

Bundesverfassung

ομοσπονδιακό σύνταγμα ...

Bundesverfassungsgericht

Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο ...

Bundesverfassungsrichter

Δικαστής στο Ομοσπονδιακό ...

Bundesverfassungsrichterin

Δικαστής στο Ομοσπονδιακό ...

Finanzverfassung

δημοσιονομικό καθεστώς ...

formelle

Verfassung τυπικό σύνταγμα ...

Gemeindeverfassung

καθεστώς δήμου, καθεστώς ...

Gerichtsverfassung

οργανισμός των δικαστηρίων ...

Gerichtsverfassungsgesetz

νόμος περί οργανισμού ...

Kommunalverfassung

καθεστώς δήμων και ...

Kreisverfassung

καθεστώς περιφέρειας ...

Landesverfassung

σύνταγμα ομόσπονδου κρατιδίου ...

Landesverfassungsgericht

συνταγματικό δικαστήριο ομόσπονδου ...

Notstandsverfassung

σύνταγμα της κατάστασης ...

Reichsverfassung

σύνταγμα του γερμανικού ...

verfassunggebend

συντακτικός ...

verfassunggebende Gewalt

συντακτική εξουσία ...

Verfassungsänderung

αναθεώρηση του Συντάγματος ...

Verfassungsauslegung

ερμηνεία του Συντάγματος ...

Verfassungsbeschwerde

συνταγματική προσφυγή ...

Verfassungsfeind

εχθρός του Συντάγματος ...

Verfassungsfeindin

εχθρός του Συντάγματος ...

verfassungsgemäß

συνταγματικός ...

Verfassungsgericht

συνταγματικό δικαστήριο ...

Verfassungsgeschichte

συνταγματική ιστορία ...

Verfassungsgrundsatz

βασική συνταγματική αρχή ...

verfassungskonform

σύμφωνος με το ...

verfassungskonforme Auslegung

σύμφωνη ερμηνεία με ...

Verfassungskontrolle

συνταγματικός έλεγχος ...

verfassungsmäßig

συνταγματικός ...

verfassungsmäßige Ordnung

συνταγματική τάξη ...

verfassungsmäßige Vertreterin

συνταγματική πληρεξούσιος ...

verfassungsmäßiger Vertreter

συνταγματικός πληρεξούσιος ...

verfassungsmassig

συνταγματικός ...

Verfassungsorgan

συνταγματικό όργανο ...

Verfassungsprinzip

συνταγματική αρχή ...

Verfassungsprozess

συνταγματική δίκη ...

Verfassungsrecht

συνταγματικό δίκαιο ...

Verfassungsschutz

προστασία του Συντάγματος, ...

Verfassungsschutzamt

υπηρεσία προστασίας του ...

Verfassungsstreitigkeit

συνταγματική διαφορά ...

Verfassungsurkunde

κείμενο του Συντάγματος, ...

Verfassungsvorbehalt

συνταγματική επιφύλαξη ...

verfassungswidrig

αντισυνταγματικός ...

Verfassungswidrigkeit

αντισυνταγματικότητα ...

Wirtschaftsverfassung

οικονομική σύνταξη, οικονομικό ...

Wirtschaftsverfassungsrecht

δίκαιο του οικονομικού ...

αναθεώρηση του Συντάγματος

Verfassungsänderung ...

αντισυνταγματικός

verfassungswidrig ...

αντισυνταγματικότητα

Verfassungswidrigkeit ...

βασική συνταγματική αρχή

Verfassungsgrundsatz ...

δημοσιονομικό καθεστώς

Finanzverfassung ...

δίκαιο σύνταξης της οικονομίας

Wirtschaftsverfassungsrecht ...

δίκαιο του οικονομικού καθεστώτος

Wirtschaftsverfassungsrecht ...

Δικαστής (Μ.) στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο

Bundesverfassungsrichter ...

Δικαστής στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο

Bundesverfassungsrichterin ...

ερμηνεία του Συντάγματος

Verfassungsauslegung ...

εχθρός του Συντάγματος

Verfassungsfeindin ...

καθεστώς

Ordnung, Regime, Status, ...

καθεστώς δήμου

Gemeindeverfassung ...

καθεστώς δήμων και κοινοτήτων

Kommunalverfassung ...

καθεστώς κοινότητας

Gemeindeverfassung ...

καθεστώς περιφέρειας

Kreisverfassung ...

καταστατικό της εκμετάλλευσης

Betriebsverfassung ...

καταστατικός νόμος επιχειρήσεων

Betriebsverfassungsgesetz ...

κείμενο του Συντάγματος

Verfassungsurkunde ...

νόμος περί οργανισμού των δικαστηρίων

Gerichtsverfassungsgesetz ...

οικονομική σύνταξη

Wirtschaftsverfassung ...

οικονομικό καθεστώς

Wirtschaftsverfassung ...

ομοσπονδιακό σύνταγμα

Bundesverfassung ...

Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο

Bundesverfassungsgericht ...

οργανισμός των δικαστηρίων

Gerichtsverfassung ...

ουσιαστικό Σύνταγμα

materielle Verfassung ...

προστασία της συνταγματικής τάξης

Verfassungsschutz ...

προστασία του Συντάγματος

Verfassungsschutz ...

σύμφωνη ερμηνεία με το Σύνταγμα

verfassungskonforme Auslegung ...

σύμφωνος με το Σύνταγμα

verfassungskonform ...

σύνταγμα

Grundgesetz, Konstitution, Verfassung, ...

σύνταγμα ομόσπονδου κρατιδίου

Landesverfassung ...

σύνταγμα της κατάστασης ανάγκης

Notstandsverfassung ...

σύνταγμα του γερμανικού Ράϊχ

Reichsverfassung ...

συνταγματική αρχή

Verfassungsprinzip ...

συνταγματική διαφορά

Verfassungsstreitigkeit ...

συνταγματική δίκη

Verfassungsprozess ...

συνταγματική επιφύλαξη

Verfassungsvorbehalt ...

συνταγματική ιστορία

Verfassungsgeschichte ...

συνταγματική πληρεξούσιος

verfassungsmäßige Vertreterin ...

συνταγματική προσφυγή

Verfassungsbeschwerde ...

συνταγματική τάξη

Grundordnung, verfassungsmäßige Ordnung ...

συνταγματικό δίκαιο

Staatsrecht, Verfassungsrecht ...

συνταγματικό δικαστήριο

Verfassungsgericht ...

συνταγματικό δικαστήριο ομόσπονδου κρατιδίου

Landesverfassungsgericht ...

συνταγματικό όργανο

Verfassungsorgan ...

συνταγματικός

konstitutionell, verfassungsgemäß, verfassungsmäßig ...

συνταγματικός έλεγχος

Verfassungskontrolle ...

συνταγματικός πληρεξούσιος

verfassungsmäßiger Vertreter ...

συντακτική εξουσία

verfassunggebende Gewalt ...

συντακτικός

verfassunggebend ...

τυπικό σύνταγμα

formelle Verfassung ...

υπηρεσία προστασίας του συντάγματος

Verfassungsschutzamt ...

ψυχική κατάσταση

psychische / seelische ...
Zurück / Πίσω