Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Wache

Definitionen und Übersetzungen für Wache im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Wache στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Wache

σκοπιά (wachposten), τμήμα (Revier), φρουρά (Eskorte), φρουρός (Wächter)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Wache

skopiá (wachposten), tmíma (Revier), frurá (Eskorte), frurós (Wächter)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

bewachen

φυλάγω, φρουρώ ...

Geistesschwäche

διανοητική ανεπάρκεια ...

Konjunkturschwäche

κάμψη της οικονομικής ...

Polizeiwache

αστυνομικό τμήμα ...

Schwäche

αδυναμία ...

überwachen

επιτηρώ, επιβλέπω ...

wachen

αγρυπνώ ...

αγρυπνώ

wachen ...

αστυνομικό τμήμα

Polizeiwache ...

διανοητική ανεπάρκεια

Geistesschwäche, Idiotie ...

επιβλέπω

aufsehen, beaufsichtigen, betreuen, ...

επιτηρώ

überwachen ...

κάμψη της οικονομικής συγκυρίας

Konjunkturschwäche ...

σκοπιά

Sicht, Wache, Wachposten ...

φρουρά

Garde, Wache ...

φρουρώ

bewachen ...

φυλάγω

bewachen ...
Zurück / Πίσω