Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft
Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία
Definitionen und Übersetzungen für Wachs im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.
Ορισμοί και μεταφράσεις για Wachs στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.
| Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: | Übersetzung / Μετάφραση: |
Wachs |
κερί |
| Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα | |
Wachs |
kerí |
| Erläuterungen / Σημειώσεις: | |
| Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις | |
| Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης | |
anwachsen |
αυξάνομαι ... |
Anwachsung |
προσαύξηση ... |
Bodenwertzuwachssteuer |
φόρος υπεραξίας γης ... |
erwachsen |
Verb ανακύπτω, αναφύομαι, ... |
Erwachsene |
ενήλικη ... |
Erwachsener |
ενήλικος ... |
Gewächs |
φυτό ... |
Gewächshaus |
θερμοκήπιο ... |
heranwachsen |
αυξάνομαι, ωριμάζω ... |
Heranwachsende |
αυτή που είναι ... |
Heranwachsender |
αυτός που είναι ... |
Kapitalzuwachs |
ανάπτυξη του κεφαλαίου ... |
Wachstum |
ανάπτυξη ... |
Wachstumsrate |
αναπτυξιακός ρυθμός ... |
Wachstumsrückgang |
κάμψη ρης ανάπτυξης, ... |
Wertzuwachssteuer |
φόρος υπεραξίας ακίνητης ... |
ανάπτυξη του κεφαλαίου |
Kapitalzuwachs ... |
αναπτυξιακός ρυθμός |
Wachstumsrate ... |
αυξάνομαι |
ansteigen, anwachsen, heranwachsen, ... |
αυτή που είναι σε μετεφηβική ηλικία |
Heranwachsende ... |
αυτός που είναι σε μετεφηβική ηλικία |
Heranwachsender ... |
βιομηχανική ανάπτυξη |
industrielle Entwicklung, industrielles ... |
ενήλικας |
Erwachsener ... |
ενήλικη |
Erwachsene ... |
ενήλικος |
Erwachsener ... |
θερμοκήπιο |
Gewächshaus ... |
κάμψη της ανάπτυξης |
Wachstumsrückgang ... |
κερί |
Wachs ... |
ο μετεφηβικής ηλικίας |
Heranwachsender ... |
προσαύξηση |
Anwachsung, Zuschlag ... |
ύφεση |
Abschwung, Rezession, ... |
φόρος υπεραξίας ακίνητης περιουσίας |
Wertzuwachssteuer ... |
φόρος υπεραξίας γης |
Bodenwertzuwachssteuer ... |
ωριμάζω |
heranwachsen, reifen ... |