Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Wagen

Definitionen und Übersetzungen für Wagen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Wagen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Wagen

όχημα, αυτοκίνητο
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Wagen

óchima, avtokínito
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

erwägen

εκτιμώ, σταθμίζω ...

Mietwagen

ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο (Auto) ...

Personenkraftwagen

επιβατικό όχημα ...

Streifenwagen

περιπολικό ...

αυτοκίνητο

Auto, Kraftfahrzeug, Wagen ...

βαγόνι

Wagen, Waggon ...

γρύλος

Grille, auch: Wagenheber ...

ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο

Mietauto, Mietwagen ...

επιβατικό όχημα

Personenkraftwagen ...

μισθωμένο όχημα

Mietwagen ...

όχημα

Fahrzeug, Kraftfahrzeug, Wagen ...

περιπολικό

Streifenwagen ...

σταθμίζω

ermessen, erwägen ...

φορτηγό αυτοκίνητο

Lastwagen, LKW ...
Zurück / Πίσω