Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Wahl

Definitionen und Übersetzungen für Wahl im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Wahl στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Wahl

εκλογές, ψηφοφορία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Wahl

eklogés, psifoforía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

aktives Wahlrecht

δικαίωμα του εκλέγειν ...

allgemeine Wahl

καθολική ψηφοφορία ...

Auswahl

επιλογή, ποικιλία ...

auswählen

επιλέγω ...

Berufswahl

επιλογή επαγγέλματος ...

Briefwahl

ψήφος / ψηφοφορία ...

Direktwahl

άμεση εκλογή ...

Europawahl

ευρωπαϊκές εκλογές ...

geheime Wahl

μυστική ψηφοφορία ...

gleiche Wahl

ίση ψηφοφορία ...

Gruppenwahl

εκλογή κατά ομάδα ...

Kommunalwahl

δημοτικές εκλογές ...

Kommunalwahlen

δημοτικές εκλογές ...

Listenwahl

αναλογική εκλογή ...

Mehrheitswahl

πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, ...

Mehrheitswahlrecht

πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα ...

Nachwahl

συμπληρωματική εκλογή ...

Neuwahl

νέα εκλογή, νέες ...

passives Wahlrecht

παθητικό εκλογικό δικαίωμα ...

Passivierungswahlrecht

δικαίωμα εμφάνισης λογαριασμού ...

Rechtswahl

επιλογή του εφαρμοστέου ...

Sozialauswahl

επιλογή με κοινωνικά ...

Sozialversicherungswahl

επιλογή κοινωνικής ασφάλισης ...

Stichwahl

επαναληπτική εκλογή ...

Stimme

ψήφος (Wählerstimme) ...

unmittelbare Wahl

άμεση εκλογή ...

Verhältniswahl

αναλογική εκλογή ...

Verhältniswahlrecht

δίκαιο αναλογικής εκλογής ...

Vorwahl

προεκλογή ...

wählbar

εκλόγιμος, αιρετός ...

Wählbarkeit

εκλογιμότητα, εκλεξιμότητα ...

Wahlbeamter

αιρετός υπάλληλος ...

Wahlbeamtin

αιρετή υπάλληλος ...

Wahlbehinderung

διατάραξη της εκλογής ...

wahlberechtigt

έχων εκλογικό δικαίωμα, ...

Wahlberechtigte

δικαιούμενη ψήφου, ψηφοφόρος ...

Wahlberechtigter

δικαιούμενος ψήφου, ψηφοφόρος ...

Wahlberechtigung

δικαίωμα ψήφου ...

Wahldelikt

εκλογικό αδίκημα ...

wählen

ψηφίζω, εκλέγω, επιλέγω ...

Wähler

εκλογέας ...

Wählerbestechung

δωροδοκία εκλογέα ...

Wählerin

εκλογέας ...

Wählernötigung

βία κατά εκλογέα ...

Wählerschaft

εκλογικό σώμα ...

Wählertäuschung

εξαπάτηση εκλογέα ...

Wahlfälschung

νόθευση της εκλογής ...

Wahlgeheimnis

μυστικότητα της ψηφοφορίας ...

Wahlgerichtsstand

δωσιδικία επιλογής ...

Wahlgesetz

εκλογικός νόμος ...

Wahlkonsul

αιρετός πρόξενος, άμισθος ...

Wahlkonsulin

αιρετή πρόξενος, άμισθη ...

Wahlkreis

εκλογική περιφέρεια ...

Wahlleiter

επόπτης των εκλογών ...

Wahlleiterin

επόπτρια των εκλογών ...

Wahlperiode

εκλογική περίοδος, βουλευτική ...

Wahlpflicht

υποχρεωτική ψηφοφορία, υποχρέωση ...

Wahlprüfung

έλεγχος των εκλογών ...

Wahlrecht

εκλογικό δίκαιο, εκλογικό ...

Wahlrechtsgesetz

νόμος περί του ...

Wahlschuld

διαζευκτική ενοχή ...

Wahlurne

κάλπη, ψηφοδόχος ...

Wahlvermächtnis

διαζευκτική κληροδοσία, διαζευκτικό ...

Wahlverteidiger

συνήγορος διορισμένος από ...

Wahlverteidigerin

συνήγορος διορισμένη από ...

wahlweise

κατ' επιλογή, εναλλακτικά, ...

Wahlzettel

ψηφοδέλτιο ...

αιρετή πρόξενος

Wahlkonsulin ...

αιρετή υπάλληλος

Wahlbeamtin ...

αιρετός

wählbar ...

αιρετός πρόξενος

Wahlkonsul ...

αιρετός υπάλληλος

Wahlbeamter ...

άμεση εκλογή

Direktwahl, unmittelbare Wahl ...

αμισθη πρόξενος

Wahlkonsulin ...

άμισθος πρόξενος

Wahlkonsul ...

αναλογική εκλογή

Listenwahl, Proporz, Verhältniswahl ...

βία κατά εκλογέα

Wählernötigung ...

βουλευτική περίοδος

Legislaturperiode, Wahlperiode ...

δημοτικές εκλογές

Kommunalwahl ...

διαζευκτική ενοχή

Alternativobligation, Wahlschuld ...

διαζευκτική κληροδοσία

Wahlvermächtnis ...

διαζευκτικό κληροδότημα

Wahlvermächtnis ...

διαλέγω

auswählen ...

διατάραξη της εκλογής

Wahlbehinderung ...

δίκαιο αναλογικής εκλογής

Verhältniswahlrecht ...

δικαιούμενη ψήφου

Wahlberechtigte ...

δικαιούμενος ψήφου

Wahlberechtigter ...

δικαίωμα εμφάνισης λογαριασμού στο παθητικό

Passivierungswahlrecht ...

δικαίωμα επιλογής

Wahlrecht ...

δικαίωμα του εκλέγειν

aktives Wahlrecht ...

δικαίωμα ψήφου

Stimmrecht, Wahlberechtigung, Wahlrecht ...

δωροδοκία εκλογέα

Wählerbestechung ...

δωσιδικία επιλογής

Wahlgerichtsstand ...

εκλέγω

wählen ...

εκλεξιμότητα

Wählbarkeit ...

εκλογέας

Wählerin ...

εκλογές

Wahl ...

εκλογή

Wahl ...

εκλογή κατά ομάδα

Gruppenwahl ...

εκλογική περίοδος

Wahlperiode ...

εκλογική περιφέρεια

Wahlkreis ...

εκλογικό αδίκημα

Wahldelikt ...

εκλογικό δίκαιο

Wahlrecht ...

εκλογικό δικαίωμα

Wahlrecht ...

εκλογικό σώμα

Wählerschaft ...

εκλογικός νόμος

Wahlgesetz ...

εκλόγιμος

wählbar, wahlberechtigt (passiv) ...

εκλογιμότητα

Wählbarkeit ...

έλεγχος των εκλογών

Wahlprüfung ...

εξαπάτηση εκλογέα

Wählertäuschung ...

επαναληπτική εκλογή

Stichwahl ...

επιλέγω

auswählen, wählen ...

επιλογή

Auswahl, Option ...

επιλογή επαγγέλματος

Berufswahl ...

επιλογή εφαρμοστέου δικαίου

Rechtswahl ...

επιλογή κοινωνικής ασφάλισης

Sozialversicherungswahl ...

επιλογή με κοινωνικά κριτήρια

Sozialauswahl ...

επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου

Rechtswahl ...

επόπτης των εκλογών

Wahlleiter ...

επόπτρια των εκλογών

Wahlleiterin ...

ευρωπαϊκές εκλογές

Europawahl ...

έχων εκλογικό δικαίωμα

wahlberechtigt ...

ίση ψηφοφορία

gleiche Wahl ...

καθολική ψηφοφορία

allgemeine Wahl ...

κάλπη

Wahlurne ...

μυστική ψηφοφορία

geheime Wahl ...

μυστικότητα της ψηφοφορίας

Wahlgeheimnis ...

νέα εκλογή

Neuwahl ...

νέες εκλογές

Neuwahl, Neuwahlen ...

νόθευση της εκλογής

Wahlfälschung ...

νόμος περί του εκλογικού δικαιώματος

Wahlrechtsgesetz ...

παθητικό εκλογικό δικαίωμα passives

Wahlrecht ...

πλειοψηφική εκλογή

Mehrheitswahl ...

πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα

Mehrheitswahl, Mehrheitswahlrecht ...

ποικιλία

Auswahl, Sorte ...

προεκλογή

Vorwahl ...

πρόκριση

Vorauswahl, Vorentscheidung, Vorurteil ...

πταίσμα κατά την επιλογή

culpa in eligendo ...

συμπληρωματική εκλογή

Nachwahl ...

συνήγορος διορισμένη από τον κατηγορούμενο

Wahlverteidiger, Wahlverteidigerin ...

υποχρέωση ψήφου

Wahlpflicht ...

υποχρεωτική ψηφοφορία

Wahlpflicht ...

ψηφίζω

abstimmen, stimmen, verabschieden, ...

ψηφοδέλτιο

Stimmzettel, Wahlzettel ...

ψηφοδόχος

Wahlurne ...

ψήφος

Stimmabgabe, Stimme (Wählerstimme), ...

ψήφος με επιστολή

Briefwahl ...

ψηφοφορία

Abstimmung, Wahl ...

ψηφοφόρος

Wahlberechtigter, Wahlberechtigte ...
Zurück / Πίσω