Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Wirt

Definitionen und Übersetzungen für Wirt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Wirt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Wirt

ξενοδόχος εστιάτορας
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Wirt

xenodóchos estiátoras
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Außenwirtschaft

συναλλαγές εξωτερικού ...

Außenwirtschaftsrecht

δίκαιο εξωτερικών συναλλαγών ...

Betriebswirt

οικονομολόγος επιχειρήσεων; ...

Betriebswirtschaft

οικονομία των επιχειρήσεων ...

Betriebswirtschaftslehre

οικονομική (των) επιχειρήσεων ...

BWA

Betriebswirtschaftliche Auswertung ...

Centrale Marketing-Gesellschaft der deutschen Marktwirtschaft

Γερμανικός Αγροτικός Οργανισμός ...

Depression

βοθριον (Einstülpung), εντύπωμα ...

Diplom-Wirtschaftsjurist

διπλωματούχος δικηγόρος με ...

Diplom-Wirtschaftsjuristin

διπλωματούχος δικηγόρος με ...

Dreifelderwirtschaft

εκμετάλλευση με τριπλή ...

Europäische Wirtschaftliche Interessenvereinigung

Ευρωπαϊκός Όμιλος Οικονομικού ...

Europäische Wirtschafts- und Währungsunion

Ευρωπαϊκή Οικονομική Νομισματική ...

Europäische Wirtschaftsgemeinschaft

Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ...

Europäischer Wirtschaftsraum

Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος ...

Gastwirt

ξενοδόχος ...

Gastwirtin

ξενοδόχος ...

Günstlingswirtschaft

πελατειακό σύστημα ...

Industriewirtschaft

βιομηχανική οικονομία ...

Kammer

επιμελητήριο (Beruf, Wirtschaft), ...

Kreislaufwirtschaft

οικονομικός κύκλος ...

Kreislaufwirtschaftsrecht

δίκαιο οικονομικού κύκλου ...

Landwirt

αγρότης ...

Landwirtin

αγρότισσα ...

Landwirtschaft

γεωργία, γεωργική οικονομία ...

landwirtschaftlich

γεωργικός, αγροτικός ...

landwirtschaftliches Einkommen

αγροτικό εισόδημα ...

Landwirtschaftsbehorden

γεωργικές αρχές ...

Landwirtschaftsdirektion

διεύθυνση γεωργίας ...

Landwirtschaftsgesetz

νόμος περί γεωργίας ...

Landwirtschaftskammer

γεωργικό Επιμελητήριο ...

Landwirtschaftsminister

Υπουργός γεωργίας ...

Landwirtschaftsministerium

Υπουργείο γεωργίας ...

Landwirtschaftsrecht

γεωργικό δίκαιο ...

Landwirtschaftsunternehmen

γεωργική επιχείρηση ...

Marktwirtschaft

οικονομία της αγοράς ...

Naturalwirtschaft

αρχέγονη οικονομία, φυσική ...

öffentliche Finanzwirtschaft

δημοσιονομικά (Substantiv, Plural, ...

Planwirtschaft

οικονομία κεντρικού σχεδιασμού ...

Verkehrswirtschaft

οικονομία των μεταφορών ...

Vetternwirtschaft

συγγενοκρατία, νεποτισμός ...

Volkswirtschaft

πολιτική οικονομία ...

volkswirtschaftlich

οικονομολογικός ...

Wirtin

ξενοδόχος, εστιάτορας ...

Wirtschaft

οικονομία ...

wirtschaften

οικονομώ, διαχειρίζομαι, εκμεταλλεύομαι ...

wirtschaftlich

οικονομικός, οικονομικώς ...

Wirtschaftlichkeit

οικονομικότητα, οικονομική αποδοτικότητα ...

Wirtschaftlichkeitsrechnung

υπολογισμός της αποδοτικότητας ...

Wirtschaftsdelikt

οικονομικό έγκλημα ...

Wirtschaftsergebnis

λειτουργικό αποτέλεσμα ...

Wirtschaftsgüter

οικονομικά αγαθά ...

Wirtschaftskriminalität

οικονομική εγκληματικότητα ...

Wirtschaftslenkung

κατεύθυνση της οικονομίας ...

Wirtschaftsprüfer

οικονομικός ελεγκτής ...

Wirtschaftsprüferin

οικονομική ελέγκτρια ...

Wirtschaftsrecht

οικονομικό δίκαιο ...

Wirtschaftsstrafrecht

οικονομικό ποινικό δίκαιο ...

Wirtschaftsunion

οικονομική ένωση ...

Wirtschaftsunternehmen

οικονομική επιχείρηση, εμπορική ...

Wirtschaftsverbrechen

οικονομικό έγκλημα ...

Wirtschaftsverfassung

οικονομική σύνταξη, οικονομικό ...

Wirtschaftsverfassungsrecht

δίκαιο του οικονομικού ...

Wirtschaftsvertrag

οικονομική σύμβαση ...

Wirtschaftsverwaltung

οικονομική διοίκηση, διοίκηση ...

Wirtschaftsverwaltungsrecht

οικονομικό διοικητικό δίκαιο ...

Wirtshaus

πανδοχείο ...

αγρόκτημα

(ländliches / landwirtschaftliches) ...

αγρότης

Bauer, Landwirt ...

αγροτική εκμετάλλευση

Hof, landwirtschaftliche Nutzung ...

αγροτικό δίκαιο

Landwirtschaftsrecht ...

αγροτικό εισόδημα

landwirtschaftliches Einkommen ...

αγρότισσα

Bäuerin, Landwirtin ...

αντιπραγματισμός

Naturalwirtschaft ...

άρδευση

Bewässerung (z.B. landwirtschaftlicher ...

αρχέγονη οικονομία

Naturalwirtschaft ...

βιομηχανική οικονομία

Industriewirtschaft ...

γεωργία

Landwirtschaft ...

γεωργία, αγροτική οικονομία

Landwirtschaft ...

γεωργικές αρχές

Landwirtschaftsbehorden ...

γεωργική επιχείρηση

Landwirtschaftsunternehmen ...

γεωργική οικονομία

Landwirtschaft ...

γεωργικό δίκαιο

Agrarrecht, Landwirtschaftsrecht ...

γεωργικό Επιμελητήριο

Landwirtschaftskammer ...

γεωργικός, αγροτικός

landwirtschaftlich ...

δημοσιονομικά

öffentliche Finanzwirtschaft ...

διαχειρίζομαι

administrieren, verwalten, verwesen ...

διεύθυνση γεωργίας

Landwirtschaftsdirektion ...

δίκαιο εξωτερικών συναλλαγών

Außenwirtschaftsrecht ...

δίκαιο οικονομικού κύκλου

Kreislaufwirtschaftsrecht ...

δίκαιο σύνταξης της οικονομίας

Wirtschaftsverfassungsrecht ...

δίκαιο του οικονομικού καθεστώτος

Wirtschaftsverfassungsrecht ...

διοίκηση της οικονομίας

Wirtschaftsverwaltung ...

διπλωματούχος δικηγόρος με εξειδίκευση στο οικονομικό δίκαιο

Diplom-Wirtschaftsjuristin ...

εκμεταλλεύομαι

verwerten, wirtschaften ...

εκμετάλλευση

Betrieb, Verwertung, Wirtschaft ...

εκμετάλλευση με τριπλή εναλλαγή καλλιεργειών

Dreifelderwirtschaft ...

εμπορία

Handeln, Handelsgewerbe, Wirtschaft ...

εστιάζω

1. fokussieren, scharfstellen, ...

εστιάτορας

Wirtin ...

Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα

Europäische Wirtschaftsgemeinschaft ...

Ευρωπαϊκή Οικονομική Νομισματική Ένωση

Europäische Wirtschafts- und ...

Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος

Europäischer Wirtschaftsraum ...

Ευρωπαϊκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού

Europäische Wirtschaftliche Interessenvereinigung ...

κατεύθυνση της οικονομίας

Wirtschaftslenkung ...

νεποτισμός

Vetternwirtschaft ...

νόμος περί γεωργίας

Landwirtschaftsgesetz ...

ξενοδόχος

Gastwirt, Gastwirtin, Hotelier, ...

ξενοδόχος εστιάτορας

Gastwirt ...

ΟΓΕΕΚΑ

Abk. für Οργανισμός ...

οικιακή οικονομία

Haushalt, Hauswirtschaft ...

οικονομία

Ökonomie, Wirtschaft ...

οικονομία κεντρικού σχεδιασμού

Planwirtschaft ...

οικονομία της αγοράς

Marktwirtschaft ...

οικονομία των επιχειρήσεων

Betriebswirtschaft ...

οικονομία των μεταφορών

Verkehrswirtschaft ...

οικονομικά

Finanzen, Wirtschaft ...

οικονομικά αγαθά

Wirtschaftsgüter ...

οικονομική αποδοτικότητα

Wirtschaftlichkeit ...

οικονομική διοίκηση

Wirtschaftsverwaltung ...

οικονομική εγκληματικότητα

Wirtschaftskriminalität ...

οικονομική ελέγκτρια

Wirtschaftsprüferin ...

οικονομική ένωση

Wirtschaftsunion ...

οικονομική ευχέρεια

finanzielle Mittel (wörtlich: ...

οικονομική σύμβαση

Wirtschaftsvertrag ...

οικονομική σύνταξη

Wirtschaftsverfassung ...

οικονομικό δίκαιο

Wirtschaftsrecht ...

οικονομικό διοικητικό δίκαιο

Wirtschaftsverwaltungsrecht ...

οικονομικό έγκλημα

Wirtschaftsdelikt, Wirtschaftsverbrechen ...

οικονομικό έτος

Fiskaljahr, Wirtschaftsjahr ...

οικονομικό καθεστώς

Wirtschaftsverfassung ...

οικονομικό ποινικό δίκαιο

Wirtschaftsstrafrecht ...

οικονομικός

finanziell, ökonomisch, wirtschaftlich ...

οικονομικός ελεγκτής

Wirtschaftsprüfer ...

οικονομικός κύκλος

Kreislaufwirtschaft, wirtschaftlicher Kreislauf ...

οικονομικότητα

Wirtschaftlichkeit ...

οικονομικώς

wirtschaftlich (Adv.) ...

οικονομολογικός

volkswirtschaftlich ...

οικονομολόγος

Volkswirt, Volkswirtschaftler, Wirtschaftswissenschaftler, ...

οικονομώ

wirtschaften ...

πανδοχείο

Gasthaus, Gasthof, Wirtshaus ...

παραοικονομία

Schattenwirtschaft ...

πολιτική οικονομία

Volkswirtschaft ...

συγγενοκρατία

Vetternwirtschaft ...

συναλλαγές εξωτερικού

Außenwirtschaft ...

τριμερές καλλιεργητικό σύστημα

Dreifelderwirtschaft ...

υπολογισμός της αποδοτικότητας

Wirtschaftlichkeitsrechnung ...

Υπουργείο γεωργίας

Landwirtschaftsministerium ...

Υπουργός γεωργίας

Landwirtschaftsminister ...

φυσική οικονομία

Naturalwirtschaft ...
Zurück / Πίσω