Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Zählung

Definitionen und Übersetzungen für Zählung im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Zählung στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Zählung

μέτρηση (auch: Messung), καταμέτρηση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Zählung

métrisi (auch: Messung), katamétrisi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abschlagszahlung

πληρωμή έναντι λογαριασμού ...

Abzahlung

αποπληρωμή, πληρωμή με ...

Abzahlungskauf

αγορά με δόσεις ...

Abzahlungskredit

δάνειο εξοφλούμενο με ...

an Zahlungs Statt

αντί πληρωμής ...

Anzahlung

προκαταβολή, καπάρο (volkstümlich) ...

Anzahlungsgarantie

εγγύηση πληρωμής ...

Auszahlung

εξόφληση ...

bar

τοις μετρητοίς (Barzahlung) ...

Barzahlung

πληρωμή τοις μετρητοίς ...

Bezahlung

πληρωμή ...

Darlehnsruckzahlung

επιστροφή δανείου ...

Einzahlung

καταβολή, πληρωμή ...

Einzahlungsformular

γραμμάτιο είσπραξης ...

Entgeltfortzahlung

συνέχιση καταβολής της ...

Entgeltfortzahlungsgesetz

νόμος για τη ...

Erzählung

ιστορία ...

Fälligkeit

το απαιτητό (fällige ...

gesetzliches Zahlungsmittel

νόμιμο μέσο πληρωμής ...

Kartenzahlung

πληρωμή με πιστωτική ...

Lohnfortzahlung

συνέχιση καταβολής μισθού ...

Nachzahlung

επιπρόσθετη πληρωμή, μεταγενέστερη ...

Quittung

απόδειξη (allg.), απόδειξη ...

Ratenzahlung

εξόφληση / πληρωμή ...

Ratenzahlungsvertrag

σύμβαση με δόσεις ...

Restzahlung

πληρωμή του υπόλοιπου ...

Rückzahlung

επιστροφή χρημάτων ...

Rückzahlungsverpflichtung

υποχρέωση εξόφλησης ...

Teilzahlung

μερική πληρωμή, τμηματική ...

Teilzahlungsabrede

συμφωνία μερικής πληρωμής ...

Teilzahlungsgeschäft

αγοραπωλησία με δόσεις ...

Tilgung

χρεωλυτική απόσβεση, χρεωλύσιο, ...

Vorausbezahlung

προκαταβολή ...

Vorauszahlung

προκαταβολή ...

Zahlungsanspruch

αξίωση πληρωμής ...

Zahlungsanweisung

ένταλμα πληρωμής, εντολή ...

Zahlungsaufforderung

πρόσκληση πληρωμής ...

Zahlungsaufschub

αναβολή καταβολής / ...

Zahlungsauftrag

εντολή πληρωμής ...

Zahlungsausfall

ματαίωση πληρωμής ...

Zahlungsbefehl

διαταγή πληρωμής ...

Zahlungsbilanzsaldo

υπόλοιπο ισοζυγίου πληρωμών ...

Zahlungseinstellung

αναστολή πληρωμών, παύση ...

zahlungsfähig

φερέγγυος, αξιόχρεος ...

Zahlungsfähigkeit

φερεγγυότητα, αξιόχρεο ...

Zahlungsfrist

προθεσμία πληρωμής ...

Zahlungsklage

αγωγή πληρωμής, αγωγή ...

Zahlungsleister

πληρωτής ...

Zahlungsmittel

μέσο πληρωμής ...

Zahlungsplan

σχέδιο πληρωμών, πρόγραμμα ...

zahlungsunfähig

αφερέγγυος ...

Zahlungsunfähigkeit

αφερεγγυότητα ...

Zahlungsverkehr

πληρωμή, κίνηση πληρωμών ...

Zahlungsvertrag

σύμβαση πληρωμών ...

Zahlungsverzug

υπερημερία πληρωμής, καθυστέρηση ...

Zahlungsziel

προθεσμία πληρωμής ...

αγορά με δόσεις

Abzahlungskauf, Ratenkauf ...

αγοραπωλησία με δόσεις

Ratengeschäft, Teilzahlungsgeschäft ...

αγωγή πληρωμής

Zahlungsklage ...

αδυναμία πληρωμής

Insolvenz, Zahlungsunfähigkeit ...

αναξιόχρεος

insolvent, kreditunwürdig, zahlungsunfähig ...

αναστολή πληρωμών

Zahlungseinstellung ...

αντί πληρωμής

an Zahlungs Statt ...

αξιόχρεο

Zahlungsfähigkeit ...

αξιόχρεος

zahlungsfähig ...

απογραφή

1. Inventur (Handel), ...

απόδειξη πληρωμής

Abfertigungsschein, Quittung, Zahlungsbeleg ...

αποπληρωμή

Abzahlung ...

αφερέγγυος

zahlungsunfähig ...

αφερεγγυότητα

Zahlungsunfähigkeit ...

γραμμάτιο είσπραξης

Einzahlungsformular ...

δάνειο εξοφλούμενο με δόσεις

Abzahlungskredit ...

διαταγή πληρωμής

Zahlungsbefehl ...

εντολή πληρωμής

Zahlungsauftrag ...

εξόφληση

Ablösung, Auszahlung, Begleichung, ...

επιπρόσθετη πληρωμή

Nachzahlung ...

επιστροφή δανείου

Darlehnsruckzahlung ...

επιστροφή χρημάτων

Rückzahlung ...

καθυστέρηση πληρωμής

Zahlungsverzug ...

καπάρο

arrha,Angeld, Anzahlung ...

καταβολή χρημάτων

Geldzahlung, Zahlung ...

κίνηση πληρωμών

Zahlungsverkehr ...

μερική πληρωμή

Abschlag, Teilzahlung ...

μέσο πληρωμής

Zahlungsmittel ...

μεταγενέστερη πληρωμή

Nachzahlung ...

μισθοδοσία

Besoldung, Lohnzahlungswesen ...

νόμιμο μέσο πληρωμής

gesetzliches Zahlungsmittel ...

νόμος για τη συνέχιση καταβολής της αμοιβής

Entgeltfortzahlungsgesetz ...

ΟΠΕΚΕΠΕ

Abk. für Οργανισμός ...

παύση πληρωμών

Zahlungseinstellung ...

πληρωμή

Bezahlung, Einzahlung, Erstattung, ...

πληρωμή έναντι λογαριασμού

Abschlagszahlung ...

πληρωμή κατ' αποκοπή

Pauschalzahlung ...

πληρωμή με δόσεις

Abzahlung, Ratenzahlung ...

πληρωμή με πιστωτική κάρτα

Kartenzahlung, Zahlung per ...

πληρωμή τοις μετρητοίς

Barzahlung ...

προθεσμία πληρωμής

Zahlungsfrist ...

προκαταβολή

Anzahlung, Vorauszahlung, Vorleistung, ...

πρόσκληση πληρωμής

Zahlungsaufforderung ...

σύμβαση με δόσεις

Ratenzahlungsvertrag ...

σύμβαση πληρωμών

Zahlungsvertrag ...

συμφωνία μερικής πληρωμής

Teilzahlungsabrede ...

συνδρομή

1.Abonnement, 2. Beitrag, ...

συνέχιση καταβολής μισθού

Lohnfortzahlung ...

συνέχιση καταβολής της αμοιβής

Entgeltfortzahlung ...

τμηματική καταβολή

Teilzahlung ...

τμηματική πληρωμή

Teilzahlung ...

υπερημερία πληρωμής

Zahlungsverzug ...

υπόλοιπο ισοζυγίου πληρωμών

Zahlungsbilanzsaldo ...

υποχρέωση εξόφλησης

Rückzahlungsverpflichtung ...

φερέγγυος

liquid, liquide, zahlungsfähig ...

φερεγγυότητα

Bonität, Zahlungsfähigkeit, ...
Zurück / Πίσω