Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

abdingbar

Definitionen und Übersetzungen für abdingbar im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για abdingbar στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

abdingbar

ενδοτικός
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

abdingbar

endotikós
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

unabdingbar

αναγκαστικός, επιτακτικός, αναπαλλοτρίωτος ...

Unabdingbarkeit

αναπαλλοτρίωτο, επιτακτικότητα ...

αναγκαστικός

unabdingbar, zwingend ...

αναπαλλοτρίωτο

Unabdingbarkeit ...

αναπαλλοτρίωτος

unabdingbar, unveräußerlich ...

ενδοτικός

abdingbar ...

επιτακτικός

imperativ, unabdingbar ...

επιτακτικότητα

Unabdingbarkeit ...
Zurück / Πίσω