Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

aber

Definitionen und Übersetzungen für aber im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για aber στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

aber

ωστόσο
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

aber

ostóso
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

aberatio ictus

αστοχία βολής ...

aberkennen

αποστερώ, απορρίπτω ...

Aberkennung

στέρηση, αποστέρηση, απόρριψη ...

aberratio ictus

αστόχημα της βολής ...

Aktieninhaber

κομιστής μετοχών ...

Aktieninhaberin

κομίστρια μετοχών ...

Eigentümer

ιδιοκτήτης, κάτοχος (auch: ...

Geschäftfsinhaber

ιδιοκτήτης επιχείρησης ...

Geschäftsinhaber

ιδιοκτήτης επιχείρησης, κύριος ...

Gewalthaber

δυνάστης Gewalthaberin δυνάστης ...

hinkendes

Inhaberpapier χωλό ανώνυμο ...

Indossament an den Inhaber

οπισθογράφηση στον κομιστή ...

Inhaber

κύριος, ιδιοκτήτης, κάτοχος ...

Inhaberaktie

ανώνυμη μετοχή ...

Inhaberanteilsschein

ανώνυμος τίτλος συμμετοχής ...

Inhaberin

κυρία, ιδιοκτήτρια, κάτοχος ...

Inhaberklausel

ρήτρα στον κομιστή ...

Inhaberpapier

ανώνυμο χρεόγραφο, ανώνυμος ...

Inhaberscheck

τραπεζική επιταγή πληρωτέα ...

Inhaberschuldverschreibung

ανώνυμο χρεόγραφο ...

Inhaberzeichen

έντυπο στον κομιστή ...

Innehaber

κάτοχος ...

Innehaberin

κάτοχος ...

Kontoinhaber

δικαιούχος λογαριασμού, κύριος ...

Liebhaber

εραστής, λάτρης ...

Liebhaberin

λάτρης ...

Liebhaberwert

συλλεκτική αξία ...

Mitteilhaber

συμμέτοχος ...

Oberbefehlshaber

ανώτατος διοικητής ...

Obligationsinhaber

ομολογιούχος ...

Obligationsinhaberin

ομολογιούχα ...

Passinhaber

κάτοχος διαβατηρίου ...

Patentinhaber

κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ...

Patentinhaberin

κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ...

Pfandbriefinhaber

κάτοχος υποθηκικής ομολογίας ...

Pfandbriefinhaberin

κάτοχος υποθηκικής ομολογίας ...

Rechtsinhaber

δικαιούχος ...

Scheckinhaber

κομιστής ...

Stiller Teilhaber

αφανές εταίρος ...

Teilhaber

εταίρος ...

Teilhaberin

συνεταίρος προσωπικής εταιρίας ...

Teilhaberschaft

εταιρική μερίδα ...

Vergaberecht

δίκαιο ανάθεσης ...

Wertpapierinhaber

κάτοχος (νομιμοποιημένου) αξιόγραφου ...

ανώνυμη μετοχή

Inhaberaktie ...

ανώνυμο χρεόγραφο

Inhaberpapier, Inhaberschuldverschreibung ...

ανώνυμος τίτλος

Inhaberpapier ...

ανώνυμος τίτλος συμμετοχής

Inhaberanteilsschein ...

ανώτατος διοικητής

Oberbefehlshaber ...

απορρίπτω

aberkennen, ablehnen, abweisen, ...

απόρριψη

Aberkennung, Ablehnung, Abweisung, ...

αποστέρηση

Aberkennung, Beraubung ...

αποστερώ

aberkennen, berauben ...

αστόχημα της βολής

aberratio ictus, Abirrung ...

αστοχία βολής

aberatio ictus ...

δίκαιο ανάθεσης

Vergaberecht ...

δικαιούχος λογαριασμού

Kontoinhaber ...

δυνάστης

Gewalthaber, Gewalthaberin ...

έντυπο στον κομιστή συστατικό δικαιώματος

Inhaberzeichen ...

εραστής

Liebhaber ...

εταιρική μερίδα

Teilhaberschaft ...

εταίρος προσωπικής εταιρίας

Gesellschafter einer Personengesellschafter, ...

ετερόρρυθμος εταίρος

Kommanditist, Teilhaber / ...

ιδιοκτήτης

Eigentümer, Inhaber ...

ιδιοκτήτης επιχείρησης

Geschäftfsinhaber ...

ιδιοκτήτρια

Eigentümerin, Inhaberin ...

κάτοχος

Besitzerin, Halterin, Inhaberin, ...

κάτοχος διαβατηρίου

Passinhaber ...

κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Patentinhaberin ...

κάτοχος νομιμοποιημένου αξιόγραφου

formell legitimierter Wertpapierinhaber ...

κάτοχος υποθηκικής ομολογίας

Pfandbriefinhaberin ...

κοινωνός

Teilhaber (> Sculdrecht) ...

κομιστής μετοχών

Aktieninhaber ...

κομίστρια μετοχών

Aktieninhaberin ...

κυρία

Frau, Herrin, Inhaberin, ...

κύριος

Herr, Inhaber ...

λάτρης

Liebhaber, Liebhaberin ...

μεριδιούχος

Anteilsinhaber, Anteilsberechtigter (Erbrecht: ...

μόνο

aber, einfach, einzig, ...

νομέας

Besitzer, Eigentümer, Inhaber, ...

ομολογιούχα

Obligationärin, Obligationsinhaberin ...

ομολογιούχος

Obligationär, Obligationsinhaber ...

οπισθογράφηση στον κομιστή

Indossament an den ...

ρήτρα στον κομιστή

Inhaberklausel ...

στέρηση

Aberkennung, Karenz ...

συλλεκτική αξία

Liebhaberwert ...

συνεταίρος προσωπικής εταιρίας

Teilhaberin ...

τραπεζική επιταγή πληρωτέα στον κομιστή

Inhaberscheck ...
Zurück / Πίσω