Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

abführen

Definitionen und Übersetzungen für abführen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για abführen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

abführen

αποδίδω / αποδίνω (z. B. Steuern), καταβάλλω (entrichten), μεταβιβάζω (überweisen), μεταφέρω (transferieren), πληρώνω (bezahlen, zahlen), συλλαμβάνω (jmd. festnegmen),
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

abführen

apodído / apodíno (z. B. Steuern), katavállo (entrichten), metavivázo (überweisen), metaféro (transferieren), pliróno (bezahlen, zahlen), syllamváno (jmd. festnegmen),
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
(etwas) ausscheiden: εκκρίνω
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης
Keine relevanten Ergebnisse gefunden / Δεν βρέθηκαν παρεμφερή αποτελέσματα
Zurück / Πίσω