Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

abhängig

Definitionen und Übersetzungen für abhängig im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για abhängig στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

abhängig

εξαρτημένος, εξαρτώμενος, υποτελής, ελεγχόμενος, αβέβαιως
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

abhängig

exartiménos, exartómenos, ypotelís, elegchómenos, avéväos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
etwas abhängig machen von: αξαρτώ κάτι από
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abhängigkeit

εξάρτηση ...

Abhängigkeitsverhältnis

σχέση εξάρτησης ...

Gemeinschaft unabhängiger Staaten

Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών ...

gewinnabhängige Steuer

φόρος εξαρτώμενος των ...

selbständig

ανεξάρτητος (unabhängig, αυτοαπασχολούμενος ...

unabhängig

ανεξάρτητος, ανεξαρτήτως ...

Unabhängigkeit

ανεξαρτησία ...

unbeschadet

χωρίς να θίγεται ...

ανεξαρτησία

Selbständigkeit, Unabhängigkeit ...

ανεξαρτήτως

unabhängig ...

εξαρτημένος

abhängig, süchtig, akzessorisch ...

εξάρτηση

Abhängigkeit, Akzessorietät, Sucht ...

εξαρτώμενος

abhängig ...

Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών

Gemeinschaft unabhängiger Staaten ...

σχέση εξάρτησης

Abhängigkeitsverhältnis ...

φόρος εξαρτώμενος των κερδών

gewinnabhängige Steuer ...
Zurück / Πίσω