Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

abhalten

Definitionen und Übersetzungen für abhalten im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για abhalten στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

abhalten

1. εμποδίζω (behindern, hindern), 2. διεξάγω, διενεργώ (ausführen, durchführen)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

abhalten

1. empodízo (behindern, hindern), 2. diexágo, dienergó (ausführen, durchführen)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
das Gericht hält eine Sitzung ab: το δικαστήριο συνεδριάζει
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης
Keine relevanten Ergebnisse gefunden / Δεν βρέθηκαν παρεμφερή αποτελέσματα
Zurück / Πίσω