Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

allein

Definitionen und Übersetzungen für allein im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για allein στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

allein

μόνος, μονάχος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

allein

mónos, monáchos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Alleinbezugsvertrag

σύμβαση αποκλειστικής πώλησης ...

Alleineigentum

αποκλειστική κυριότητα ...

Alleinerbe

αποκλειστικός κληρονόμος ...

alleinvertretungsberechtigt

ο έχων δικαίωμα ...

Alleinvertretungsrecht

δικαίωμα (μόνης και) ...

Alleinvertriebsvereinbarung

συμφωνία αποκλειστικής διανομής ...

selbständig

ανεξάρτητος (unabhängig, αυτοαπασχολούμενος ...

verstehen

es versteht sich ...

αποκλειστική κυριότητα

Alleineigentum ...

μόνος

allein, selbst ...

σύμβαση αποκλειστικής πώλησης

Alleinbezugsvertrag, Vertrag über ...

συμφωνία αποκλειστικής διανομής

Alleinvertriebsvereinbarung ...
Zurück / Πίσω