Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

allgemein

Definitionen und Übersetzungen für allgemein im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για allgemein στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

allgemein

γενικός, κοινός, καθολικός
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

allgemein

genikós, kinós, katholikós
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Allgemeine Bewertungsvorschriften

γενικοί ομοιόμορφοι κανόνες ...

allgemeine Geschäftsbedingung

γενικός όρος συναλλαγών ...

Allgemeine Geschäftsbedingungen

Γενικοί Όροι Συναλλαγών ...

Allgemeine Grundsätze der Kostenrechnung

γενικές αρχές κοστολόγησης ...

allgemeine Gütergemeinschaft

γενική κοινοκτημοσύνη ...

allgemeine Handlungsfreiheit

γενική ελευθερία δράσης ...

allgemeine Staatslehre

γενική πολιτειολογία ...

Allgemeine Steuermesszahl

γενικός φορολογικός συντελεστής ...

Allgemeine Steuersenkung

γενική μείωση φόρων ...

Allgemeine Verbrauchsteuer

γενικός φόρος κατανάλωσης ...

allgemeine Wahl

καθολική ψηφοφορία ...

allgemeiner Rechtsgrundsatz

γενική αρχή του ...

allgemeiner Schaden

γενική ζημία ...

allgemeiner Studentenausschuss

γενική επιτροπή φοιτητών ...

allgemeiner Teil

γενικό μέρος ...

Allgemeines Abkommen über den Handel mit Dienstleistungen

Γενική συμφωνία εμπορίου ...

allgemeines Gesetz

γενικός νόμος ...

allgemeines Gewaltverhältnis

γενική σχέση εξουσίασης ...

allgemeinverbindlich

γενικά δεσμευτικός ...

Allgemeinverbindlichkeit

γενική δεσμευτικότητα ...

Allgemeinverfügung

διοικητική πράξη γενικής ...

Allgemeinwohl

γενικό συμφέρον ...

Norm allgemein

γενικοί κανόνες ...

Schufa

Abk. fuer: Schutzgemeinschaft ...

γενικά δεσμευτικός

allgemeinverbindlich ...

γενικές αρχές κοστολόγησης

Allgemeine Grundsätze der ...

γενική αρχή του δικαίου

allgemeiner Rechtsgrundsatz ...

γενική δεσμευτικότητα

Allgemeinverbindlichkeit ...

γενική ελευθερία δράσης

allgemeine Handlungsfreiheit ...

γενική επιτροπή φοιτητών

allgemeiner Studentenausschuss ...

γενική ζημία

allgemeiner Schaden ...

γενική κοινοκτημοσύνη

allgemeine Gütergemeinschaft ...

γενική μείωση φόρων

Allgemeine Steuersenkung ...

γενική πολιτειολογία

allgemeine Staatslehre ...

Γενική συμφωνία εμπορίου με παροχή υπηρεσιών

Allgemeines Abkommen über ...

γενική σχέση εξουσίασης

allgemeines Gewaltverhältnis ...

γενικό μέρος

allgemeiner Teil ...

γενικό συμφέρον

Allgemeinwohl ...

γενικοί κανόνες

allgemeine Normen ...

γενικοί ομοιόμορφοι κανόνες αποτίμησης της φορολογητέας ύλης

Allgemeine Bewertungsvorschriften ...

γενικός

allgemein, General- ...

γενικός δόλος

dolus generalis, allgemeiner ...

γενικός νόμος

allgemeines Gesetz ...

γενικός όρος συναλλαγών

allgemeine Geschäftsbedingung ...

γενικός φορολογικός συντελεστής

Allgemeine Steuermesszahl ...

γενικός φόρος κατανάλωσης

Allgemeine Verbrauchsteuer ...

διοικητική πράξη γενικής εφαρμογής

Allgemeinverfügung ...

καθολική ψηφοφορία

allgemeine Wahl ...

καθολικός

allgemein, katholisch, universal ...

κοινός

allgemein, gemein, gemeinsam, ...
Zurück / Πίσω