Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

amtlich

Definitionen und Übersetzungen für amtlich im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για amtlich στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

amtlich

επίσημος, υπηρεσιακός
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

amtlich

epísimos, ypiresiakós
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

amtliches Wertzeichen

επίσημο ένσημο δηλωτικό ...

außeramtlich

(Adv.) εξωϋπηρεσιακά, ανεπίσημα, ...

ehrenamtlich

τιμητικός ...

standesamtlich

ληξιαρχικός ...

επίσημο ένσημο δηλωτικό αξίας

amtliches Wertzeichen ...

επίτιμος

ehrenamtlich ...

ληξιαρχικός

standesamtlich ...

τιμητικός

ehrenamtlich ...

υπηρεσιακός

amtlich, dienstlich ...
Zurück / Πίσω