Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

angestellt

Definitionen und Übersetzungen für angestellt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για angestellt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

angestellt

προσληφθείς, διορισμένος, τοποθετημένος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

angestellt

proslifthís, diorisménos, topothetiménos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Angestellte

ιδιωτική υπάλληλος ...

Angestelltenversicherung

ασφάλιση ιδιωτικών υπαλλήλων ...

Angestellter

ιδιωτικός υπάλληλος ...

Bankangestellter

τραπεζικός υπάλληλος ...

BfA

siehe 1. Bundesanstalt ...

Bundesangestellte

ομοσπονδιακή υπάλληλος ...

Bundesangestelltentarif

συλλογική σύμβαση εργασίας ...

Bundesangestelltentarifvertrag

ομοσπονδιακή συλλογική σύμβαση ...

Bundesangestellter

ομοσπονδιακός υπάλληλος ...

Bundesversicherungsanstalt für Angestellte

ομοσπονδιακό ίδρυμα ασφαλίσεων ...

Justitiar

νομικός σύμβουλος (im ...

Justizangestellter

δικαστικός υπάλληλος ...

Ladenangestellte

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος ...

Ladenangestellter

υπάλληλος καταστήματος ...

leitende Angestellte

διευθύνουσα υπάλληλος, γυναίκα ...

leitender Angestellter

διευθύνων υπάλληλος, διευθυντικό ...

Rechtsanwaltsfachangestellte

εξειδικευμένη υπάλληλος δικηγόρου ...

Rechtsanwaltsfachangestellter

εξειδικευμένος υπάλληλος δικηγόρου ...

ασφάλιση ιδιωτικών υπαλλήλων

Angestelltenversicherung ...

γυναίκα διευθυντικό στέλεχος

leitende Angestellte ...

διευθύνουσα υπάλληλος

leitende Angestellte ...

διευθυντικό στέλεχος

leitender Angestellter ...

διευθύνων υπάλληλος

leitender Angestellter ...

διορισμένος

angestellt ...

εξειδικευμένη υπάλληλος δικηγόρου

Rechtsanwaltsfachangestellte ...

εξειδικευμένος υπάλληλος δικηγόρου

Rechtsanwaltsfachangestellter ...

ιδιωτική υπάλληλος

Angestellte ...

ιδιωτικός υπάλληλος

Angestellter ...

ομοσπονδιακή συλλογική σύμβαση εργαζομένων

Bundesangestelltentarifvertrag ...

ομοσπονδιακή υπάλληλος

Bundesangestellte, Bundesbeamtin ...

ομοσπονδιακό ίδρυμα ασφαλίσεων ιδιωτικών υπαλλήλων

Bundesversicherungsanstalt für Angestellte ...

προσληφθείς

angestellt ...

συλλογική σύμβαση εργασίας ομοσπονδιακών υπαλλήλων

Bundesangestelltentarif ...

τοποθετημένος

angestellt, belegen (Adj.) ...

τραπεζικός υπάλληλος

Bankangestellter ...

υπάλληλος

Angestellter ...

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος

Handlungsgehilfe, Handlungsgehilfin, Ladrenangestellter, ...

υπάλληλος καταστήματος

Ladenangestellter ...
Zurück / Πίσω