Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

anhängig

Definitionen und Übersetzungen für anhängig im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για anhängig στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

anhängig

εκκρεμής Anhängigkeit εκκρεμότητα, επιδικία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

anhängig

ekkremís Anhängigkeit ekkremótita, epidikía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

anhängig

εκκρεμής Anhängigkeit εκκρεμότητα, ...

Rechtsanhängigkeit

εκκρεμοδικία ...

εκκρεμής

anhängig, rechtshängig, schwebend ...

εκκρεμοδικία

Litispendenz, Rechtsanhängigkeit, Rechtshängigkeit ...

εκκρεμότητα

Anhängigkeit ...

επιδικία

Anhängigkeit ...
Zurück / Πίσω